Category Archives: ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ

Ο ρυθμός ανόδου της στάθμης της θάλασσας έχει σχεδόν τριπλασιαστεί από το 1990

Νέα επιστημονική έρευνα αποκαλύπτει ότι η στάθμη των ωκεανών της Γης αυξάνεται σχεδόν τρεις φορές γρηγορότερα από ό,τι κατά το μεγαλύτερο μέρος του 20ού αιώνα. Πριν από το 1990, η στάθμη αυξανόταν κατά περίπου 1,1 χιλιοστά ετησίως ανά δεκαετία. Από το 1993 έως το 2012, όμως, η έρευνα έδειξε ότι αυξήθηκε κατά 3,1 χιλιοστά το χρόνο ανά δεκαετία.«Έχουμε μια πολύ ισχυρότερη επιτάχυνση στην άνοδο της στάθμης της θάλασσας από ό,τι προηγουμένως», δήλωσε ο Ζένκε Ντάνγκεντορφ, ερευνητής στο Πανεπιστήμιο του Ζίγκεν στη Γερμανία, ο οποίος ηγήθηκε της μελέτης μαζί με επιστήμονες από την Ισπανία, τη Γαλλία, τη Νορβηγία και την Ολλανδία.Σύμφωνα με τον Ντάνγκεντορφ, η αιτία του φαινομένου είναι ότι η άνοδος της στάθμης της θάλασσας καθ' όλη τη διάρκεια του 20ου αιώνα προήλθε από την τήξη χερσαίων παγετώνων και την διαστολή του θαλασσινού νερού καθώς θερμαίνεται, αλλά η άνοδος της στάθμης της θάλασσας στον 21ο αιώνα οφείλεται επίσης στο λιώσιμο των φύλλων πάγου της Γροιλανδίας και της Ανταρκτικής.Η μελέτη του μεταβαλλόμενου ρυθμού αύξησης της στάθμης της θάλασσας περιπλέκεται από το γεγονός ότι οι επιστήμονες έχουν ακριβή δορυφορικά δεδομένα μόνο από τις αρχές της δεκαετίας του 1990. Πριν από αυτό, τα αρχεία βασίζονται σε μετρητές της στάθμης σε διάφορες τοποθεσίες σε όλο τον κόσμο.Ωστόσο, η άνοδος της στάθμης της θάλασσας ποικίλλει σε διάφορους τόπους, λόγω της μορφολογίας της Γης, των βαρυτικών επιδράσεων στο νερό, και άλλων τοπικών παραγόντων.Οι ερευνητές προσπάθησαν να συγκεντρώσουν στοιχεία για τη στάθμη της θάλασσας τον 20ό αιώνα, πριν από την έναρξη των δορυφορικών μετρήσεων, προσαρμόζοντας τα αποτελέσματα των τοπικών μετρητών με βάση την κατανόηση των παραγόντων που επηρεάζουν την άνοδο της στάθμης της θάλασσας σε μια δεδομένη περιοχή, και στη συνέχεια σταθμίζοντας διαφορετικά την κάθε περιοχή στην τελική ανάλυση.«Τα επίπεδα της θάλασσας θα συνεχίσουν να αυξάνονται τον επόμενο αιώνα, ανεξάρτητα από το εάν θα λάβουμε μέτρα ή όχι, αλλά νομίζω ότι μπορούμε να περιορίσουμε τουλάχιστον ένα μέρος της αύξησης της στάθμης της θάλασσας. Θα επιταχυνθεί περαιτέρω, αλλά το κατά πόσο συνδέεται με το πώς θα ενεργήσουμε ως παγκόσμια κοινότητα», δήλωσε ο Ντάνγκεντορφ.Let's block ads! (Why?)

Σε ευρωπαϊκή ρουλέτα (παίζεται) η εξοικονόμηση ενέργειας

Του Μιχάλη Προδρόμουσυνεργάτη σε θέματα ενέργειας και κλιματικής αλλαγής του WWF ΕλλάςΤις ημέρες αυτές εξελίσσεται μια διαπραγμάτευση που αφορά την εξέλιξη του εθνικού ΑΕΠ, τη δημιουργία θέσεων εργασίας, τις εθνικές δαπάνες στην υγεία, τα οικονομικά των νοικοκυριών, την προστασία του περιβάλλοντος, ακόμα και τις προοπτικές ανάκαμψης της ΔΕΗ. Όχι, δεν πρόκειται για το 4ο μνημόνιο, αλλά για την αναθεώρηση της ευρωπαϊκής οδηγίας για την ενεργειακή αποδοτικότητα (2012/27) και την ισχύ της για την περίοδο 2021-2030.Η διαπραγμάτευση μεταξύ των ευρωπαϊκών θεσμών, δηλαδή του Ε. Κοινοβουλίου, της Ε. Επιτροπής και των ευρωπαίων Υπουργών Ενέργειας, έχει ‘σκαλώσει’ σε δύο κρίσιμα σημεία.Το πρώτο είναι η θέσπιση του στόχου εξοικονόμησης ως το 2030 – δηλαδή, πόσο πρέπει να περιορίσει την κατανάλωση ενέργειας κάθε κράτος μέλος το 2030. Σαν παιχνίδι με τραπουλόχαρτα, το Ε. Κοινοβούλιο ποντάρει στο 40%, η Ε. Επιτροπή και οι Υπ. Ενέργειας των πιο προοδευτικών κρατών στο 30% και ελάχιστα κράτη, προερχόμενα κυρίως από την ανατολική Ευρώπη, στο 27%. Η σημασία όμως ακόμα και του 1% εξοικονόμησης είναι τεράστια για την Ευρώπη, καθώς συνεπάγεται μειωμένες εισαγωγές φυσικού αερίου κατά 4%, δημιουργία 336.000 θέσεων εργασίας, και μείωση των δαπανών υγείας κατά €6 δισ. τον χρόνο.Η σημερινή ελληνική κυβέρνηση κλίνει υπέρ της θέσπισης ενός στόχου 30%, προσθέτοντας όμως στα ψιλά γράμματα τον «μη-δεσμευτικό» χαρακτήρα του – να επαφίεται δηλαδή στην κρίση της εκάστοτε κυβέρνησης η υλοποίηση του. Η λογική ενός στόχου 30% συνάδει τόσο με τον Μακροχρόνιο Ενεργειακό Σχεδιασμό του ΣΥΡΙΖΑ, που τον λαμβάνει ως δεδομένο, όσο και με την θέση της ελληνικής κυβέρνησης του 2014.Εξάλλου, η προσπάθεια που θα απαιτηθεί έως το 2030 δεν είναι εξωπραγματική. Εξαιτίας της αναγκαστικής μείωσης της κατανάλωσης ενέργειας τα τελευταία χρόνια, η χώρα μας έχει ήδη, από το 2015, πιάσει τον στόχο που έθεσε για το 2020! Είναι ακατανόητη, συνεπώς, η φοβικότητα της κυβέρνησης για τον δεσμευτικό χαρακτήρα του στόχου – δίχως αυτόν, οι πολιτικές εξαγγελίες κινδυνεύουν να μείνουν ευχολόγια.Το άρθρο 7 της υπό διαπραγμάτευση οδηγίας αποτελεί το ‘βαρύ πυροβολικό’ της, καθώς μέσω των διατάξεων του επιτυγχάνεται πάνω από το μισό της απαιτούμενης μείωσης της κατανάλωσης. Αυτό είναι και το δεύτερο σημείο τριβής μεταξύ των διαπραγματευτών. Οι προοδευτικές δυνάμεις, μεταξύ των οποίων το Ε. Κοινοβούλιο, η Ε. Επιτροπή και χώρες όπως η Ιρλανδία και η Δανία, διεκδικούν έναν στόχο ετήσιας μείωσης της κατανάλωσης ίσης με το 1,5% των πωλήσεων ενέργειας που πραγματοποιούνται σε κάθε χώρα. Από την άλλη, χώρες του μπλοκ της ανατολικής Ευρώπης, συνεπικουρούμενες από το Ην. Βασίλειο, θέλουν να τον μειώσουν στο 1,4%.Αυτό το 0,1% κάνει όμως όλη τη διαφορά. Ισοδυναμεί με περίπου 6 προγράμματα ‘Εξοικονόμηση Κατ΄ Οίκον’, το οποίο πέρα από τη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης χιλιάδων νοικοκυριών, δημιούργησε σωρευτικά 10.000 θέσεις εργασίας και μείωσε τους λογαριασμούς ρεύματος όσων συμμετείχαν κατά 400-1.200 ευρώ ετησίως. Επιπλέον, μέσω της οδηγίας, η σημερινή κυβέρνηση θέσπισε τις ‘υποχρεώσεις ενεργειακής απόδοσης’ των προμηθευτών ενέργειας, ένα καθεστώς δηλαδή το οποίο υποχρεώνει τους προμηθευτές να εφαρμόζουν στους πελάτες τους μέτρα αύξησης της αποδοτικότητας. Τα οφέλη είναι διπλά. Από τη μια, οι προμηθευτές ενέργειας, με πρώτη τη ΔΕΗ, αποκτούν ισχυρό κίνητρο να στραφούν στην πώληση προϊόντων εξοικονόμησης – ήδη η Επιχείρηση, σε μια προσπάθεια να βρει νέα πεδία κερδοφορίας, άλλαξε το καταστατικό της για να εντάξεις αυτές τις δραστηριότητες στο χαρτοφυλάκιο της. Από την άλλη, η αποτυχία των προμηθευτών να συμμορφωθούν με το μέτρο συνεπάγεται δημόσια έσοδα από τα πρόστιμα που θα επιβληθούν πάνω από 50 εκ. ευρώ ετησίως.Η Ελλάδα, με μια διπλωματική διατύπωση, ζήτησε την όσο το δυνατόν μεγαλύτερη «ευελιξία» στην εφαρμογή του άρθρου. Η ευελιξία αυτή στην πραγματικότητα ισοδυναμεί με διατάξεις που μειώνουν τον στόχο εξοικονόμησης στο 0,75% αντί του 1,5%.Για να θολώσει ακόμα περισσότερο τα νερά, ο έλληνας Υπουργός ζήτησε ο ισχνός αυτός στόχος να επανεξεταστεί το 20241], στέλνοντας ένα ασαφές μήνυμα σ τους επενδυτές που θα θελήσουν να προωθήσουν μακροχρόνιες δράσεις εξοικονόμησης, και ακυρώνοντας τις πρωτοβουλίες της ίδιας της Κυβέρνησης που προσπαθεί να διαμορφώσει ένα συνεκτικό πλαίσιο πολιτικής.Εάν η ελληνική Κυβέρνηση εννοεί πραγματικά την εξοικονόμηση ενέργειας ως «πυλώνα της μεταρρύθμισης» που ευαγγελίζεται, οι ευκαιρίες για να το δείξει έμπρακτα είναι λίγες. Στο Συμβούλιο Ενέργειας που θα διεξαχθεί στις 26 Ιουνίου η Μαλτέζικη Προεδρία της Ε.Ε. θα επιδιώξει να κλείσει οριστικά τον φάκελο από πλευράς των Υπουργών.[1] Gurzu Anca, 2017. EU remains split on energy efficiency ambition. Politico.Let's block ads! (Why?)

PepsiCo, Walmart and setting a standard for sustainable fleets

Mike O'Connell has a big job. As PepsiCo's senior supply chain director for fleets and sustainability, he is tasked with overseeing the food and beverage giant's fleet of 50,000 tractors, trailers, route trucks and other vehicles."We have a mix of about every truck type," O'Connell observed. "We’re one of the larger private fleets in the United States."Amid an increase in fuel and electrification options for vehicles of all sizes, the company has moved to a blend of diesel, natural gas and even a handful of all-electric vehicles. But O'Connell and his peers overseeing other large corporate fleets have one problem: Until now, no one has really mapped out how the growing number of options stack up economically or in terms of environmental impact.Enter the new Sustainable Fuel Buyers' Principles drafted by companies such as PepsiCo, Walmart, UPS, Amazon and the nonprofit membership group Business for Social Responsibility, or BSR. The effort, an outgrowth of BSR's ongoing "Future of Fuels" initiative, aims to bring fleet owners together to help grow the market for low-carbon or electric industrial vehicles."The story is definitely one of evolution," said Nate Springer, who manages BSR's Future of Fuels group. "There’s just a ton of information gaps and uncertainty and, frankly, disagreements on, 'What is a sustainable fuel?'"Springer hopes that 10 to 15 companies will be on board with the Sustainable Fuel Buyers' Principles by year end. In the meantime, the group, which is free to join, will look to encourage fuel pilots, spur dialog about potential standards in the space and create case studies about successful implementations.Modeled in part off the Corporate Renewable Energy Buyers’ Principleshammered out by the World Resources Institute and World Wildlife Fund to catalyze corporate clean energy deals, the idea is to inform automakers and other equipment manufacturers that the demand for traditional diesel alternatives exists."The buyers' principles are signaling to the market that we really want to dig deeper," O'Connell said. "There’s not one answer to the entire question of sustainable fuel or sustainable fleets. It would be great if I could just go buy one technology."Beyond efficiencyAll told, the Environmental Protection Agency estimates that medium- and heavy-duty trucks account for about 23 percent of annual U.S. transportation emissions. That's still well below the 61 percent that comes from cars and other light-duty vehicles, but it is an area of impact that companies and regulators have been looking to decrease for years.Elizabeth Fretheim, director of logistics sustainability at Walmart, said much of her focus in recent years has been on doubling the efficiency of the mega-retailer's fleet of 6,400 tractors and 60,000 trailers — almost all of which are heavy duty class 8 trucks. Lightweighting vehicles, improving aerodynamics, experimenting with tires and training drivers on downspeeding techniques are just a few tactics that Walmart has used to increase the number of cases shipped per gallon of fuel consumed.Still, she said the company's fuel portfolio remains "almost exclusively diesel," a ratio that likely will have to change as Walmart embarks on a recently announced bid to cut 1 billion metric tons of greenhouse gas from its supply chain by 2030."We've been thinking of alt fuels for years, but we haven't found a solution," Fretheim said. "To fill the gap, we're going to have to find alternatives."A dizzying array of biodiesel, natural gas and biomass options are commercially available today, although many come with their own environmental, performance and cost trade offs. Longer term, more radical alternatives such as electrification and hydrogen fuel cells are also on the horizon. I don’t necessarily see a world where there’s no fuel.Springer said that BSR approaches the topic from a "fuel-neutral viewpoint," but that the goal is to better understand the range of commercially viable power sources for vehicles. One way BSR hopes to answer that question is by producing more holistic data on the topic."Nobody has ever done a full demand study," Springer said. "Ideally, this will help to give a sense of size and scope of the market."O'Connell, for his part, also cautions against an idealized view of all-electric trucks anytime soon."I don’t necessarily see a world where there’s no fuel," he said.[Learn more about low-carbon fuel and fleet options at VERGE 17, Sept. 19-21, in Santa Clara, California.] The trouble with super-sized EVsGiven that a natural gas vs. diesel debate doesn't thrill many environmental advocates, one longer-term issue to watch is how electrification translates to bigger vehicles.As it stands, O'Connell and others said that there is still a disconnect between the range and availability of small vehicles operating on alt fuels or electric power trains and their bigger brethren.PepsiCo, for instance, owns more than 100 medium-duty electric trucks used for short-range deliveries of 60 miles or less. The manufacturer of those trucks, Smith, is one of several niche providers that has faded."Unfortunately, due to the business environment, they didn’t sustain," O'Connell said. "The problem is the industry is just not there yet. I’m very optimistic about what’s coming."A range of companies are eyeing the electric freight space, from upstarts such as Uber to major automakers including Volvo. Fretheim said she hopes one takeaway from the new fuel buyers' principles is "a consistent message" that more advanced electrification options and other technologies would have buyers if they were commercialized.Manufacturing issues aside, O'Connell said that arranging for the fuel or electric charging capacity to keep fleet facilities on the road is another problem. PepsiCo has helped finance natural gas stations near some of its distribution facilities, but electrification brings with it another set of infrastructure questions."There is a large amount of partnership with the utilities that’s needed if you scale up anymore to where you need more power," O'Connell said.With both fleets and the equipment needed to power them, Fretheim sees only one coherent path forward."We need to move forward as an industry because of the cost of the equipment and the cost of the infrastructure," she said. "Unless we move forward as an industry, I don't think we'll succeed."Let's block ads! (Why?)

Carbon pricing is on the rise: How your business can benefit

What do HSBC, China, LafargeHolcim and California have in common? Despite the continuing debate in some corners about the ways and means of climate change, they are getting down to business — assigning a price to carbon pollution and then letting the market uncover profitable emissions reductions opportunities.The past three years have brought a clear and growing consensus among governments, civil society — and most notably, businesses — that carbon pricing is an essential solution to address climate change. Today, some 40 governments and 23 cities, states and regions price carbon, creating an annual market value of $50 billion. And the number of global companies using an internal carbon price (PDF) has tripled in the last year, with more than 1,000 businesses disclosing that they price their carbon emissions — or intend to within the next two years. These governments and businesses are showing that carbon pricing is an effective tool to manage climate risk, drive efficiency and raise critically needed revenue to drive innovation and create markets for new climate business opportunities.The courage of leadershipThe countries and businesses that successfully have adopted carbon pricing will tell you that scaling up carbon pricing ambition requires strong vision and focused execution to navigate the political waters.  In "The Courage of Leadership," an insightful new video about the successful adoption of carbon pricing in oil-rich Alberta Province in Canada, it’s clear that we need to strike a shared sense of responsibility and trust among governments, business and civil society to work together to design carbon pricing that is effective, fair and drives an effective transition. The past three years have brought a clear and growing consensus that carbon pricing is an essential solution to address climate change.Carbon pricing leadership was on view last month in Washington, where World Bank Group President Jim Kim hosted CEOs and finance ministers as part of the Carbon Pricing Leadership Coalition’s annual meeting. Launched at the Paris climate change talks in 2015, this innovative coalition was established by the World Bank Group and partners to tackle the challenging issues that regularly come up during carbon pricing conversations. This includes questions about impacts on competitiveness, use of revenues and managing impacts on energy prices. The coalition is collecting and sharing a solid evidence base about how to navigate these issues.Diverse business voices of carbon pricing leadershipThe CPLC’s 2017 annual report outlines the ways that coalition partners are successfully dealing with these issues and leading the push for carbon pricing. It includes testimonials from over 60 organizations that are actively pricing carbon and benefiting from doing so. Most examples came from business, including these notable entries: A groundbreaking simulation in Brazil: CEBDS (local partner of the World Business Council for Sustainable Development) is one of a growing number of private sector organizations in Brazil that is advancing carbon pricing. In the past three years, CEBDS, in partnership with academic institution FGV and over 20 major companies (including Vale, Banco Itau and Braskem) has conducted a cap-and-trade simulation to test the merits of carbon pricing as a tool to efficiently reduce their emissions. Based on the successful simulation, companies issued a communiqué (PDF) to the Brazilian government that endorses action on carbon pricing and offers to help design a successful approach. Banks call for carbon pricing: HSBC, AXA, Turkey’s Garanti Bank and India’s YESBANK cited their growing concern about climate risk (based on the Financial Stability Board’s Task Force on Climate-Related Disclosure report recommendations), and their view that carbon pricing is a key tool that businesses can use to measure and manage these risks and uncover new investment opportunities. They also committed to ramping up their advocacy to encourage governments to price carbon at meaningful levels.Leadership from the energy sector: Energy giants such as Shell, BP, Engie and Electricité de France cited support for government carbon pricing at higher levels than are being delivered ($33.55/tonne CO2 and up), and cited the key role of carbon pricing in helping them to accelerate their transition toward lower-carbon assets. In Engie’s case, their internal carbon price led them to stop the development of new coal-fired power plants. New opportunities for investment: A diverse set of companies increasingly cited the investment opportunities that they see tied to a carbon priced-economy. Clean energy developer Iberdrola said their internal carbon price has led to a 75 percent reduction in emissions from their European operations, and uncovered a number of investment opportunities. Dutch health, nutrition and materials leader Royal DSM uses an internal carbon price of $55.91/tonne CO2, and thinks carbon pricing will help it grow its business while addressing climate change.  And Indian conglomerate Mahindra & Mahindra was the first Indian company to announce a carbon price in 2016. Chairman Anand Mahindra explains that the carbon price has sparked innovation and alternative thinking within the business, resulting in significant reduction of operational costs, making the group more competitive. A number of countries will need progressive businesses to help them design and gain support for carbon pricing in the coming year.What’s nextWhat can we expect from businesses and carbon pricing in the future? There are a number of ways that business can engage in the Carbon Pricing Leadership Coalition’s (CPLC) work. This includes deep dives with the construction sector, banking sector and the maritime sector to explore the role of carbon pricing in driving change. These initiatives will seek to identify competitiveness impacts on the sector and identify other trade and policy impacts of accelerated carbon pricing. The CPLC also will contribute to development of a set of sectoral Investment-Grade Carbon Price Corridors in partnership with CDP to allow businesses and investors to assess risk and opportunities associated with increased carbon pricing in the future. Finally, a number of countries will need progressive businesses to help them design and gain support for carbon pricing in the coming year; the CPLC will form local groups in India, Brazil, Colombia, Mexico, Turkey, Chile, Canada and other regions to help drive implementation. Given the increasing realization of the benefits of future-proofing business models against climate change, and the effectiveness of carbon pricing in delivering impact, perhaps leadership will not need to be so courageous in the coming years.Let's block ads! (Why?)

The growth of corporate clean energy in 6 charts

Utilities are breaking away from traditional electricity products to offer customers access to large-scale renewable energy. Until very recently, utilities did not differentiate the sort of power they offered customers. With very few exceptions, everyone shared in the cost and used electricity from the same fleet of power generating stations.But over the past four years, even regulated U.S. utilities have begun to offer new, large-scale renewable energy options to customers. WRI data shows that across 10 U.S. states, utilities offer 13 green tariffs — programs that let customers purchase large-scale renewable energy over the grid.We take a closer look at the trends and motivations that have made utilities important players in the rapid scale-up of renewable energy to serve corporate buyers in the U.S.1. Why are utilities stepping up?In markets where wind and solar power have become cost competitive, utilities have more economic incentives to add renewable energy. Renewable resources just offer a great low price for the next 20 years — without the risks of fossil fuel price spikes.Graph originally at Bloomberg.com; data as of 1/2017Utility leaders overwhelmingly anticipate substantial solar and wind power growth in the next 10 years, according to Utility Dive's 2017 survey of the sector (PDF). Among utility executives, 71 percent say utility-scale wind will increase moderately or significantly over the next 10 years and 82 percent predict the same for utility scale solar.Recently, Pat Vincent-Collawn, CEO of PNM Resources, announced a plan to eliminate coal by 2031 and move toward renewables and natural gas, calling it "the best, most economical path to a strong energy future for New Mexico." WEC Energy Group CEO Allen Leverett told shareholders this month that the company is exploring solar: "Probably the biggest change we’ve seen in last five years is solar and the cost of solar. The technology curve really has fallen fast in terms of improvement in cost."Mid-American, a Berkshire Hathaway Energy subsidiary, has talked about its extensive investments in wind in the same way — as an effective way to keep prices low for customers. The company also used its wind investments to serve the renewable energy requirements of major data centers, such as Facebook and Google, in its service territory.2. How big is the demand for renewable energy on the grid?Through RE100, 90 companies have committed to 100 percent renewable power. Clean energy and greenhouse gas reduction targets are the norm for Fortune 500 and Fortune 100 companies. WWF and Ceres’ Power Forward 3.0 report shows that almost half of the Fortune 500 and a majority of the Fortune 100 have climate and energy targets.Companies with renewable energy commitments can go only so far with on-site solar and efficiency. To meet the most ambitious targets, such as a 100 percent renewable energy goal, companies have to tap into the grid and are turning to their utility to provide solutions.Big businesses have communicated their needs to U.S. utilities. Sixty-five companies have signed on to the Renewable Energy Buyers’ Principles, which tell utilities and other suppliers what industry-leading, multinational companies are looking for when buying renewable energy from the grid.And utilities are listening. Utilities without green tariffs or state mandates are still considering new renewable energy options to attract businesses. Describing a new wind project, Appalachian Power’s new president Chris Beam told the Charleston Gazette Mail, "At the end of the day, West Virginia may not require us to be clean, but our customers are. … We have to be mindful of what our customers want."3. How are utilities stepping up?To meet customer demand for renewable energy, traditional utilities have created 13 green tariff options across 10 states. In the six months since the last update to WRI’s issue brief, Emerging Green Tariffs in U.S. Regulated Electricity Markets, utilities have added three more green tariffs options — including the first offered by a public power company, Nebraska’s Omaha Public Power District.States with renewable energy options are more competitive when attracting high-growth corporate business. When Omaha Public Power District announced a new green tariff to supply a Facebook data center, Tim Burke, OPPD’s president and CEO, told the Omaha World-Herald, "We have several customers right now that are putting together potential expansion projects and will utilize that (new) rate to grow."4. What is the impact of green tariffs on the grid?Who is using these tariffs? To date, customers have contracted for about 900 MW of new renewable energy under five of the tariffs. This is about enough electricity to power 160,000 average American homes a year. This spring, utilities and customers are negotiating hundreds more megawatts of additional purchases.In April alone, major announcements from Puget Sound Energy and Omaha Public Power District, confirm that buyers are ready and willing to act in partnership with their utility.5. How can customers keep up with these new options?WRI's interactive U.S. Renewable Energy Map: A Guide For Corporate Buyers shows all the green tariffs that utilities offer across the nation. The map also details one-on-one special contracts that customers have signed with utilities. These special contracts show a utility is willing to explore options, even if it hasn’t gone as far as creating a new tariff.6. What’s next?Today green tariffs are a small part of the overall U.S. renewable energy market — reflecting their pilot status. But the programs create a runway for renewables at a time when demand is increasing, not just from businesses, but also cities, universities, hospitals and smaller companies.Innovative partnerships will continue to emerge between utilities and their customers as both grapple with the rapidly changing electricity sector. Green tariffs are only three years old, but with increasing demand, interest in renewables by utilities and the continued fall in renewable energy prices, green tariffs look as if they’re here to stay.Learn more about renewable energy procurement at VERGE 17, Sept. 19-21 in Santa Clara, California.Let's block ads! (Why?)

Μέρκελ: Παγκόσμια ενότητα στο θέμα της κλιματικής αλλαγής

Η Γερμανίδα καγκελάριος Άγκελα Μέρκελ κάλεσε τις κυβερνήσεις  παγκοσμίως να συνεργαστούν για την καταπολέμηση της υπερθέρμανσης του πλανήτη και, σε μια προσπάθεια να πείσει τον πρόεδρο των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ να εγκαταλείψει τα σχέδια για απόσυρση από τη συμφωνία του Παρισιού για την κλιματική αλλαγή, τόνισε ότι θα υπάρξουν παράλληλα οικονομικά οφέλη.Μιλώντας σε συνάντηση περίπου 30 κρατών στο Βερολίνο, πριν συναντηθεί με τον Τραμπ στη συνάντηση κορυφής της Ομάδας των Επτά (G7) στις 26-27 Μαΐου, η Μέρκελ υποστήριξε ότι η αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής πρέπει να είναι μια παγκόσμια προσπάθεια.«Προσπαθώ να πείσω τους αμφισβητίες. Υπάρχει ακόμη δουλειά», δήλωσε στη συνάντηση προετοιμασίας για τις παγκόσμιες συνομιλίες για την κλιματική αλλαγή τον Νοέμβριο.EPA/CARSTEN KOALLΗ Γερμανίδα καγκελάριος παραλαμβάνει τη μελέτη «Επένδυση στην κλιματική αλλαγή, επένδυση στην ανάπτυξη». Ο Αμερικανός πρόεδρος έχει δηλώσει ότι θα λάβει την τελική του απόφαση για το αν οι ΗΠΑ θα παραμείνουν μέρος της Συμφωνίας του Παρισιού μετά τη διάσκεψη κορυφής της G7. Ο Τραμπ έχει εκφράσει αμφιβολίες ότι η κλιματική αλλαγή είναι ανθρωπογενής και στην εκλογική του εκστρατεία πέρυσι δήλωσε ότι θα αποσυρθεί από τη συμφωνία και θα προωθήσει την ανθρακοβιομηχανία.Ο πρωθυπουργός των Φίτζι, Φρανκ Μπαϊνιμάραμα, που θα έχει ενεργό ρόλο στις συνομιλίες του Νοεμβρίου μεταξύ περίπου 200 χωρών, λόγω της ιδιαίτερα ευάλωτης κατάστασης της χώρας του στην άνοδο της στάθμης της θάλασσας, επέκρινε απευθείας τις ΗΠΑ.«Έχουμε έναν ελέφαντα στην αίθουσα. Αυτή είναι η αβεβαιότητα σχετικά με τη θέση των Ηνωμένων Πολιτειών όσον αφορά την κλιματική αλλαγή», δήλωσε χαρακτηριστικά.Η Μέρκελ ανέφερε επίσης μία έκθεση του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ), σύμφωνα με την οποία η ευθυγράμμιση των προγραμμάτων ανάπτυξης και καταπολέμησης της κλιματικής αλλαγής θα μπορούσε να ανεβάσει το παγκόσμιο ακαθάριστο εγχώριο προϊόν (ΑΕΠ) κατά 2,8% ως το 2050.Εάν ληφθούν υπ’ όψιν τα οικονομικά οφέλη από την αποφυγή των επιπτώσεων της κλιματικής αλλαγής, όπως οι πλημμύρες ή οι καταιγίδες, η καθαρή αύξηση στο ακαθάριστο εγχώριο προϊόν θα αγγίξει το 5%, σύμφωνα με την έκθεση.Let's block ads! (Why?)

«Πράσινο» τέλος στους λογαριασμούς του νερού

Επιβαρύνσεις στους λογαριασμούς του νερού για τους αγρότες αλλά και τα νοικοκυριά φέρνει η απόφαση του υπουργείου Περιβάλλοντος, που θεσπίζει κανόνες για την κοστολόγηση και τιμολόγηση υπηρεσιών ύδατος.Για πρώτη φορά θεσμοθετείται το περιβαλλοντικό τέλος και σύμφωνα με πληροφορίες η χρέωσή του δεν θα ξεπερνά το 1 λεπτό ανά κυβικό μέτρο αρδευτικού νερού που καταναλώνεται. Παράλληλα, υποχρεούνται οι πάροχοι ύδατος για αγροτική χρήση «να μεριμνήσουν για τη σταδιακή τοποθέτηση υδρομετρητών στο σύνολο των χρηστών του δικτύου εντός τριετίας», γεγονός που σημαίνει ότι το μέτρο θα ισχύσει από το 2020.Σύμφωνα με το άρθρο 11 της απόφασης που υπογράφει ο αναπληρωτής υπουργός Περιβάλλοντος Σωκράτης Φάμελλος, «ο τρόπος τιμολόγησης από τους παρόχους των υπηρεσιών για αγροτική χρήση στους τελικούς χρήστες γίνεται βάσει μικτού συστήματος χρέωσης. Το σύστημα χρέωσης αποτελείται από δύο μέρη:α) ένα σταθερό τέλος καιβ) ένα μεταβλητό τέλος ανά μονάδα νερού (ογκομετρική χρέωση ανά κυβικό μέτρο κατανάλωσης νερού), το οποίο αυξάνεται βάσει της αύξησης της κατανάλωσης.Το σταθερό τέλος εφαρμόζεται στην άρδευση ανά στρέμμα καλλιέργειας. Τα μεταβλητά τέλη ανά κυβικό μέτρο εφαρμόζονται στους χρήστες ανάλογα με τη μετρηθείσα ποσότητα του ύδατος για αγροτική χρήση που καταναλώθηκε. Στα μεταβλητά τέλη περιλαμβάνεται και το περιβαλλοντικό τέλος». <!-- -->ΚΑΝΤΕ LIKE ΣΤΟ NEWSBEAST.GRLet's block ads! (Why?)

«Ο πρώτος άνθρωπος μπορεί να είχε εμφανιστεί στα Βαλκάνια, ίσως στην Ελλάδα»

Ο διαχωρισμός του ανθρώπινου είδους από τους ανθρωποειδείς πιθήκους ενδεχομένως να είχε ξεκινήσει μερικά εκατοντάδες χιλιάδες χρόνια νωρίτερα από ότι πιστεύαμε μέχρι σήμερα. Μάλιστα η διαδικασία αυτή ενδέχεται να είχε γίνει στην Ευρώπη και όχι στην Αφρική, όπως υποστήριζε μέχρι σήμερα η κρατούσα θεωρία. Αυτή η νέα υπόθεση παρουσιάζεται για πρώτη φορά σήμερα σε μια δημοσίευση στο περιοδικό «PLOS One» από ερευνητική ομάδα του Πανεπιστημίου της Τυβίγγης υπό την Μαντλέν Μπέμε -ειδικότερα από το Κέντρο Ερευνών για την Εξέλιξη του Ανθρώπινου Είδους και της Παλαιοπεριβαλλοντολογίας (HEP). Η επιστημονική ομάδα βάσισε την έρευνά της σε δύο απολιθώματα που ήταν ήδη γνωστά και τα οποία μελετήθηκαν ενδελεχώς σε σχέση με τις περιβαλλοντικές συνθήκες που, βάσει υποθέσεων,  επικρατούσαν πριν από πολλά εκατομμύρια χρόνια στα σημεία που εντοπίστηκαν τα απολιθώματα.Από Ελλάδα και Βουλγαρία τα απολιθώματαΠού και πότε ακριβώς αναπτύχθηκαν τα πρώτα ανθρωποειδή δεν έχει ακόμη απολύτως ξεκαθαριστεί. Με βάση τα σημερινά δεδομένα ο χιμπατζής θεωρείται ο πλησιέστερος συγγενής του ανθρώπου. Σύμφωνα με πολλούς ειδικούς η εξελικτική γραμμή των προγόνων των χιμπατζήδων και των ανθρωποειδών διαχωρίστηκε πριν από περίπου 5 με 7 εκατομμύρια χρόνια. Η ερευνητική ομάδα από την Τυβίγγη εστίασε τις μελέτες της στα τα δύο μοναδικά απολιθώματα του ανθρωποειδούς που είναι γνωστό επιστημονικά με την λατινική ονομασία Graecopithecus (γραικοπίθηκος). Ας σημειωθεί ότι στα ανθρωποειδή συγκαταλέγονται γενικά τόσο  οι ανθρωποειδείς πίθηκοι (ή αλλιώς πονγκίδες) όσο και οι μακρινοί απόγονοι του ανθρώπου (προάνθρωποι).Τα δύο απολιθώματα που εξέτασε η ομάδα της Μ. Μπέμε βρέθηκαν το ένα στην Ελλάδα (πρόκειται για απολίθωμα κάτω γνάθου) και το άλλο στη Βουλγαρία (απολίθωμα δοντιού). Μετά από λεπτομερείς αναλύσεις, οι ερευνητές είναι σε θέση να υποθέσουν ότι ο Graecopithecus αποτελεί έναν άγνωστο μέχρι πρότινος πρόγονο του ανθρώπου (προάνθρωπο). Συγκεκριμένα παρατηρήθηκε ότι οι ρίζες των δοντιών του συμπλέκονται μεταξύ τους, κάτι που αποτελεί χαρακτηριστικό γνώρισμα του ανθρώπου και των μακρινών προγόνων του. Αντίθετα στους ανθρωποειδείς πιθήκους οι ρίζες των δοντιών είναι ξεκάθαρα διαχωρισμένες. «Μείναμε έκπληκτοι και εμείς οι ίδιοι από τα αποτελέσματα των ερευνών μας, διότι πρoάνθρωποι μέχρι πρόσφατα είχαν εντοπιστεί μόνο στην Αφρική, νότια της ερήμου Σαχάρας», ανέφερε ο Γιόχεν Φους, ένας από τους ερευνητές που συμμετείχαν στην έρευνα.Mια μεγάλη σαβάνα στην ευρωπαϊκή ήπειρο;Οι αναλύσεις των ιζημάτων, από τα οποία αποσπάσθηκαν τα συγκεκριμένα απολιθώματα, σύμφωνα με την Deutsche Welle οδήγησαν τους επιστήμονες στην εκτίμηση ότι η κάτω γνάθος που εντοπίστηκε στην Ελλάδα είναι ηλικίας 7,175 εκατομ. ετών, ενώ το βουλγαρικό δόντι 7,24 εκατομ. ετών. Τα ευρήματα αυτά εκτιμάται ότι είναι ακόμη πιο παλιά κι από τα παλαιότερα ευρήματα αφρικανικού προανθρώπου, γνωστού στα λατινικά ως Sahelanthropus (Σαχελάνθρωπος), η ηλικία του οποίου υπολογίζεται μεταξύ 6 και 7 εκατομ. ετών. Η γερμανική επιστημονική ομάδα καταλήγει σήμερα στο ότι ο διαχωρισμός προανθρώπων και χιμπατζήδων έλαβε χώρα νωρίτερα σε σχέση με όσα ήταν γνωστά μέχρι σήμερα, και μάλιστα όχι στην Αφρική αλλά στην ευρύτερη περιοχή της Μεσογείου, εξαιτίας δραστικών κλιματικών μεταβολών που παρατηρήθηκαν εκεί την ίδια περίπου περίοδο. Μάλιστα στα ιζήματα που εντοπίστηκαν τα δύο απολιθώματα οι ερευνητές εντόπισαν και ίχνη κόκκινης, λεπτόκοκκης λάσπης, η οποία απαντάται στην έρημο. Μεταξύ άλλων εντόπισαν και διαφορετικά είδη αλάτων σε υψηλή περιεκτικότητα. Υποθέτουν ότι έχουν φτάσει εδώ από τη Β. Αφρική.«Τα στοιχεία αυτά μπορεί να προέρχονται από τη Σαχάρα, η οποία πριν από 7,2 εκατομμύρια χρόνια ήταν εξαπλωμένη (προς τον βορρά). Οι καταιγίδες της ερήμου μπορεί να μετέφεραν κόκκινη σκόνη με άλατα μέχρι τις βόρειες ακτές της τότε Μεσογείου», εξηγεί η Μ. Μπέμε. Επίσης είναι πιθανό, σύμφωνα με τους ερευνητές, οι σφοδρές κλιματικές αλλαγές να δημιούργησαν στην Ευρώπη ένα κλίμα τύπου σαβάνας, κάτι που επιβεβαιώνεται από αντίστοιχα απολιθώματα φυτών. «Σε γενικές γραμμές οι έρευνες σκιαγραφούν από κλιματολογική άποψη την εικόνα μιας σαβάνας. Σε μια τέτοια εικόνα ταιριάζουν τα απολιθώματα του γκραικοπίθηκου, αλλά και απολιθώματα προγόνων της καμηλοπάρδαλης, της γαζέλας, της αντιλόπης, του ρινόκερου», αναφέρει τέλος από την πλευρά του ο Νικολάι Σπασόφ από την Βουλγαρική Ακαδημία Επιστημών, που συμμετείχε επίσης στην ίδια έρευνα.Let's block ads! (Why?)

Ο αμερικάνικος στρατός ίσως είναι ο μεγαλύτερος ρυπαντής στον πλανήτη

Νωρίτερα αυτόν τον μήνα διέρρευσαν πάνω από 420.000 λίτρα καυσίμων για αεροσκάφη σε κοντινό υδάτινο σώμα από ναυτικό σταθμό των ΗΠΑ στην παραθαλάσσια πόλη Βιρτζίνια Μπιτς.Το περιστατικό δεν ήταν τόσο καταστροφικό όσο άλλες διαρροές αγωγών, αλλά έφερε στο προσκήνιο το γεγονός ότι το αμερικανικό Υπουργείο Άμυνας είναι πιθανότατα ο μεγαλύτερος ρυπαντής του κόσμου.Παράγοντας περισσότερα επικίνδυνα απόβλητα από τις πέντε μεγαλύτερες αμερικανικές χημικές εταιρείες μαζί, το υπουργείο Άμυνας των ΗΠΑ έχει αφήσει τοξικά ίχνη σε ολόκληρο τον πλανήτη με τη μορφή απεμπλουτισμένου ουρανίου, πετρελαίου, καυσίμων, παρασιτοκτόνων, μόλυβδου και άλλων.Οι στρατιωτικές βάσεις των ΗΠΑ συγκαταλέγονται μεταξύ μερικών από τις πιο μολυσμένες περιοχές στον κόσμο, καθώς τα συστατικά των καυσίμων που χρησιμοποιούνται μολύνουν το έδαφος και το νερό.Επιπλέον, οι ΗΠΑ, οι οποίες έχουν διεξάγει περισσότερες δοκιμές πυρηνικών όπλων από όλα τα άλλα κράτη μαζί, είναι επίσης υπεύθυνες για τη μαζική ποσότητα ακτινοβολίας που εξακολουθεί να μολύνει πολλά νησιά στον Ειρηνικό Ωκεανό.Στις Νήσους Μάρσαλ και το κοντινό Γκουάμ, όπου οι ΗΠΑ δοκίμασαν πάνω από εξήντα πυρηνικά όπλα μεταξύ του 1946 και του 1958, ο κάτοικοι εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν εξαιρετικά υψηλά ποσοστά καρκίνου.Στο Ιράκ, η στρατιωτική δράση των ΗΠΑ έχει παίξει ρόλο στην ερημοποίηση του 90% της ιρακινής επικράτειας, καταστρέφοντας τη γεωργική βιομηχανία της χώρας και αναγκάζοντάς την να εισάγει πάνω από το 80% των τροφίμων της. Η χρήση του απεμπλουτισμένου ουρανίου στο Ιράκ από τις ΗΠΑ κατά τη διάρκεια του πολέμου του Κόλπου προκάλεσε επίσης τεράστιο περιβαλλοντικό αντίκτυπο.Εξάλλου, τον περασμένο Νοέμβριο, το Πολεμικό Ναυτικό των ΗΠΑ ανακοίνωσε το σχέδιό του να απελευθερώσει 20.000 τόνους περιβαλλοντικών «παραγόντων καταπόνησης», συμπεριλαμβανομένων βαρέων μετάλλων και εκρηκτικών, στα παράκτια ύδατα των ΗΠΑ στο βορειοδυτικό Ειρηνικό κατά τη διάρκεια αυτού του έτους.Let's block ads! (Why?)

Δολοφονία μεσογειακής φώκιας με κυνηγετικό όπλο στη Σάμο

Νεκρή εντοπίστηκε μια μεσογειακή φώκια, με εμφανή σημάδια δολοφονίας από κυνηγετικό όπλο, την περασμένη Κυριακή το πρωί από ερευνητές του Ινστιτούτου Θαλάσσιας Προστασίας «Αρχιπέλαγος».Όπως έγινε γνωστό, αρχικά εντοπίστηκε να επιπλέει νεκρή στη θαλάσσια περιοχή ΝΔ της Σάμου, ενώ λόγω των ανέμων που επικρατούσαν στην περιοχή, εκβράστηκε σε ακτή, νότια του νησιού.Για μία ακόμα φορά οι ερευνητές του Ινστιτούτου «Αρχιπέλαγος» βρέθηκαν αντιμέτωποι με ένα ειδεχθές έγκλημα σπάνιου θαλάσσιου θηλαστικού. Σύμφωνα με ανακοίνωση του Ινστιτούτου, η φώκια έφερε σημάδια από πολλαπλές βολές με κυνηγετικό όπλο στη ράχη της. Με βάση τη φορά που είχαν τα σκάγια, εκτιμάται ότι η φώκια δέχτηκε τις βολές κατά την προσπάθειά της να απομακρυνθεί από το σημείο. Επίσης, έφερε εμφανές τραύμα από αιχμηρό αντικείμενο που είχε διαπεράσει τη δεξιά πλευρά της ράχης της και έφτανε έως το στομάχι.Εκτιμάται ότι η φώκια δολοφονήθηκε κατά τις προηγούμενες 24-36 ώρες πριν από τον εντοπισμό της και σύμφωνα με τις επικρατούσες καιρικές συνθήκες εκείνων των ημερών, εκτιμάται ότι η θανάτωση έγινε στη θαλάσσια περιοχή ΝΔ της Σάμου ή ανατολικά των Φούρνων, σύμφωνα με το Αθηναϊκό Πρακτορείο Ειδήσεων.Σε δήλωσή του ο κ. Θοδωρής Τσιμπίδης, διευθυντής στο Ινστιτούτο Θαλάσσιας Προστασίας «Αρχιπέλαγος», αναφέρει ότι «για άλλη μία φορά οφείλουμε να τονίσουμε ότι εγκλήματα όπως και το συγκεκριμένο, προκαλούνται από μία μικρή μειοψηφία ψαράδων και σε καμία περίπτωση αυτές οι ειδεχθείς πρακτικές δεν χαρακτηρίζουν το σύνολο των αλιέων ή των νησιωτικών κοινωνιών».Προσθέτει δε, ότι «τα ίχνη αυτών των εγκληματιών είναι γνωστά, τόσο στις τοπικές κοινωνίες όσο και στις τοπικές αρχές. Όμως εδώ και πολλά χρόνια, δεν έχει υπάρξει ποτέ καμία ουσιαστική και αποτελεσματική πρωτοβουλία, έτσι ώστε να εντοπίζονται και να συλλαμβάνονται αυτοί οι εγκληματίες που περιφέρονται στις ελληνικές θάλασσες και συμβάλλουν στον αφανισμό της θαλάσσιας ζωής! Αυτονόητο αποτέλεσμα είναι ότι όσοι γνωρίζουν τους δράστες αυτών των περιστατικών, σιωπούν».Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει, «από τη στιγμή που δεν διώκονται οι δράστες, όποιος τολμήσει να καταγγείλει αντίστοιχα περιστατικά, βρίσκεται να απολογείται σαν να είναι αυτός ο κατηγορούμενος, αλλά επίσης βρίσκεται και εκτεθειμένος, αυτός και η οικογένειά του».Σύμφωνα με το Ινστιτούτο, «το ελάχιστο που μπορούμε να κάνουμε έπειτα και από αυτό το νέο έγκλημα σπάνιου θαλάσσιου θηλαστικού, είναι οι νησιώτες, αλλά και οι επαγγελματίες της θάλασσας γενικότερα, να συνδράμουμε έτσι ώστε να γίνει ξεκάθαρο ότι αυτά τα εγκλήματα δεν είναι πλέον ανεκτά από τις κοινωνίες των νησιών αλλά και τους πολίτες αυτής της χώρας γενικότερα».Για το περιστατικό αυτό έχει ήδη ανοίξει δικογραφία από το Λιμεναρχείο Καρλοβάσου, ενώ επίσης είναι ενήμερες και οι εισαγγελικές αρχές του Νομού Σάμου. Παράλληλα, όπως έκανε γνωστό, το Ινστιτούτο Αρχιπέλαγος θα συνεχίσει και θα εντείνει τις προσπάθειες του ώστε να εντοπιστούν αυτοί οι εγκληματίες της θαλάσσιας ζωής, αλλά και να εξασφαλιστεί ότι αυτοί οι άνθρωποι θα τιμωρηθούν παραδειγματικά και θα πάψουν να έχουν πρόσβαση στους θαλάσσιους πόρους.Όπως επισημαίνεται, «σε μία ευνομούμενη πολιτεία όμως, για να υπάρξει ουσιαστικό αποτέλεσμα, είναι αναγκαίο να υπάρξει και πραγματική βούληση των αρχών αλλά και πολιτική βούληση για την πραγματική προστασία των σπάνιων ειδών - κάτι που μέχρι σήμερα δυστυχώς δεν υπάρχει».Σημειώνεται τέλος, ότι δεδομένων των δερματικών χαρακτηριστικών, του φύλου και του μήκους της φώκιας, είναι πιθανό, αλλά όχι ακόμα επιβεβαιωμένο, ότι αποτελεί τη γνωστή φώκια που οι κάτοικοι της Σάμου αποκαλούν «Αργυρώ». Καθώς όμως η νεκρή φώκια είχε μεγάλη αλλοίωση στο δέρμα της δεν ήταν δυνατόν να επιβεβαιωθούν τα χαρακτηριστικά σημάδια ταυτοποίησής της.Let's block ads! (Why?)