Category Archives: ΔΙΑΣΚΕΔΑΣΗ

Έκθεση με εικονογραφήσεις του Νίκου Χατζηκυριάκου – Γκίκα από τις Συλλογές του Μουσείου Μπενάκη

Το έργο του Νίκου Χατζηκυριάκου-Γκίκα στο αεροδρόμιο! Η τρίτη συνεχής συνεργασία του Διεθνούς Αερολιμένα Αθηνών με το Μουσείο Μπενάκη και την Costa Navarino, προβάλλει για μία ακόμη φορά τον ελληνικό πολιτισμό με πολύ ξεχωριστό τρόπο. Από τις 11 Ιουνίου έως και τις 31 Δεκεμβρίου, οι επιβάτες και οι επισκέπτες του αεροδρομίου θα έχουν την ευκαιρία να θαυμάσουν την έκθεση «Ζωγραφιές ανάμεσα στις σελίδες. Εικονογραφήσεις του Νίκου Χατζηκυριάκου – Γκίκα από τις Συλλογές του Μουσείου Μπενάκη», που παρουσιάζει το εικονογραφικό έργο του Νίκου Χατζηκυριάκου-Γκίκα, ενός από τους σημαντικότερους Έλληνες καλλιτέχνες του 20ού αιώνα. Σε μια έκθεση που βρίσκεται «σε διάλογο» με τη συλλογή του Μουσείου Μπενάκη, επισκέπτες από όλο τον κόσμο θα έρθουν σε επαφή με το πλούσιο έργο του Χατζηκυριάκου-Γκίκα στον εκθεσιακό χώρο «Τέχνη & Περιβάλλον» του αεροδρομίου*. Αφορμή για τη θεματική της έκθεσης αποτελεί η εκθεσιακή δραστηριότητα του Μουσείου Μπενάκη στο πλαίσιο της διοργάνωσης «Αθήνα 2018, Παγκόσμια Πρωτεύουσα Βιβλίου». Παράλληλα, έκθεση με το ίδιο θέμα παρουσιάζεται από τις 26.05 έως και τις 11.11.2018 στην Costa Navarino. Η έκθεση στο αεροδρόμιο επικεντρώνεται σε έξι από τις εικονογραφημένες εκδόσεις του καλλιτέχνη: Το λεύκωμα Λυρικά, το λεύκωμα Ινδία, τα Ποιήματα του Κ. Π. Καβάφη, το Δάφνης και Χλόη του Λόγγου, τη Λυσιστράτη του Αριστοφάνη και την Οδύσεια του Νίκου Καζαντζάκη. Η ενότητα Ινδία εισάγει το κοινό στην κατοικία του Γκίκα μέσα από μία φωτογραφική αναπαράσταση, όπου απεικονίζεται μια γωνιά από το σαλόνι με δεκαέξι σχέδια σε σινική μελάνη από την Ινδία. Τέσσερις οθόνες προβάλλουν προσχέδια, κείμενα και υλικό από το ταξίδι αυτό του καλλιτέχνη. Οι υπόλοιπες ενότητες της έκθεσης αντιπροσωπεύονται μέσα από γλυπτά, βιβλία και εκτυπώσεις με ενσωματωμένα αποσπάσματα από τις αντίστοιχες εκδόσεις. Συγκεκριμένα, στην έκθεση παρουσιάζονται τρία γλυπτά του Γκίκα εμπνευσμένα από την Οδύσσεια του Ομήρου. Και τα τρία γλυπτά πραγματοποιήθηκαν σε γύψο το 1948 και χυτεύτηκαν αργότερα σε μπρούντζο. Παράλληλα, παρουσιάζονται τρεις από τις εκδόσεις που εικονογράφησε ο Γκίκας: τα Ποιήματα του Κ. Π. Καβάφη, το βουκολικό μυθιστόρημα Δάφνης και Χλόη και τα Ετεροθαλή του Οδυσσέα Ελύτη. Τέλος, στην έκθεση προβάλλεται σε μεγάλη οθόνη επιλεγμένο υλικό από τις εικονογραφημένες εκδόσεις του Νίκου Χατζηκυριάκου-Γκίκα. Η σημαντική αυτή έκθεση σηματοδοτεί, για μία ακόμα φορά, την ιδιαίτερη ταυτότητα του αεροδρομίου της Αθήνας. Πέρα από μια λειτουργική υποδομή, το αεροδρόμιο είναι ένας χώρος διαρκούς πολιτισμικής και πολιτιστικής αλληλεπίδρασης, που αναδεικνύει και διαχέει την κληρονομιά του ελληνικού πολιτισμού σε εκατομμύρια επιβατών και επισκεπτών κάθε χρόνο. Οι περισσότερες από 80 εκθέσεις και πολιτιστικές δραστηριότητες που έχουν ως σήμερα παρουσιαστεί στους χώρους του, αναδεικνύουν το ρόλο του αεροδρομίου της Αθήνας ως βασικού κυττάρου της πόλης και αναπόσπαστου μέρους της ελληνικής κοινωνίας. Επιμελητές της έκθεσης είναι η Ιωάννα Μωραΐτη (Επιμελήτρια του Αρχείου της Πινακοθήκης Γκίκα) και ο Κωνσταντίνος Παπαχρίστου (Επιμελητής της Πινακοθήκης Γκίκα). * «Τέχνη & Περιβάλλον» / Επίπεδο Αναχωρήσεων / ημιώροφος, Είσοδος 3. Η είσοδος στον εκθεσιακό χώρο είναι ελεύθερη για επιβάτες και για επισκέπτες καθόλη τη διάρκεια του 24ώρου. Let's block ads! (Why?)

«Οι Τρεις αδελφές» του Αντόν Τσέχοφ στην Πειραιώς 260

Πού να φαντάζονταν πριν έναν αιώνα σχεδόν οι καταπιεσμένες και δειλές φωνές των τριών αδελφών, και μαζί τους όλων των γυναικών, πως θα μπορούσαν σε νοηματική γλώσσα να εκφράσουν όσα λαχταρούσαν. Γράφει η Χαρά Κιούση Θα πούμε πως η γλώσσα αυτή δεν είχε ακόμα λειτουργήσει, αν και στους Πλατωνικούς Διαλόγους, και συγκεκριμένα στον Κρατύλο, ο Σωκράτης τονίζει τη χρησιμότητά της με τα εξής λόγια: «Εάν δεν είχαμεν φωνήν ουδέ γλώσσαν, και όμως ηθέλαμε να εκφράσωμεν μεταξύ μας τα πράγματα, άραγε δεν θα εδοκιμάζαμεν, καθώς τώρα οι κωφάλαλοι, να εκφραστώμεν με τας χείρας και με των κεφαλών και με το άλλο σώμα;» Οι τρεις αδελφές ήξεραν, βέβαια, τη γλώσσα των ματιών και του σώματος. Σίγουρα και ο δημιουργός τους, ο Τσέχοφ, θα αγαλλίαζε γνωρίζοντας πως δια μέσου των τριών συγγραφικά απογόνων του, μίλησαν οι κόρες και οι θυγατέρες της γης. Σήμερα αν ζούσαν θα πήγαιναν στον ψυχαναλυτή, τότε αναζήτησαν τον ιδανικό πλάστη τους, τον Τσέχοφ, που μέσα από αυτές προσωποποίησε τον κοινωνικό περίγυρο που αιμοδοτούσε με τις ανησυχίες του τα όνειρα και τους πόθους τους, μα πρωτίστως τις ψυχογράφησε ώστε σήμερα να αναγνωρίζουμε διαφορές, προσεγγίσεις και ομοιότητες στη συμπεριφορά. Τι μας ενώνει και τι μας απομακρύνει από ‘κείνες τις υπάρξεις που πάσχισαν να βρουν την εσωτερική φωνή της ατομικότητάς τους έξω από θεσμούς και απαγορεύσεις. Η Μάσα, η Όλγα και η Ιρίνα ζουν σε μια νωθρή και αδιάφορη επαρχία της Ρωσίας μαζί με τον αδερφό τους Αντρέι, που ονειρεύεται μια ακαδημαϊκή καριέρα στο Πανεπιστήμιο της Μόσχας, και τη γυναίκα του, Νατάσα. Έχει περάσει ένας χρόνος από τον θάνατο του πατέρα τους, συνταγματάρχη Προζόρωφ, που προίκισε τις κόρες του με «περιττές πολυτέλειες ξένων γλωσσών», κι εκείνες άνοιξαν πάλι το σπίτι τους στη μικρή παρέα κάποιων μορφωμένων στρατιωτικών, φίλων οικογενειακών. Η ιδιόμορφη συντροφιά καταρρέει μέσα στον χρόνο και στην πραγματικότητα, διαλύοντας κάθε προσδοκία και «όνειρο διαφυγής» στην πολυπόθητη Μόσχα, την οποία μικρές αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν. Ο Τιμοφέι Κουλιάμπιν (Καλλιτεχνικός Διευθυντής του θεάτρου «Red Torch» στο Νοβοσιμπίρσκ, βραβευμένος με τη Χρυσή Μάσκα για την παράσταση «Ονεγκίν» του Πούσκιν) σκηνοθετεί τις «Τρεις αδελφές», μ’ έναν κώδικα νοηματικό που αντικαθιστά τον προφορικό λόγο. Αλληλουχίες χειρομορφών, η στάση και η κίνηση του σώματος, καθώς και οι εκφράσεις του προσώπου, είναι η οπτικο – κινησιακή φυσική γλώσσα στην οποία εκφράζονται οι ταλαντούχοι ηθοποιοί. Νοιώθουν τους κραδασμούς, την ιδιαίτερη σημασία των ήχων, πιάνουν τη φωνή κάθε κίνησης, κι έτσι – οπτικά μόνον – νοιώθουν τη μουσική. Ειλικρινά, η εμπειρία της παράστασης είναι μοναδική, εντυπωσιακή. Το θέαμα με την ανοιχτόκαρδη αρχικά σκηνογραφία, που σε κάθε πράξη (είναι τέσσερις συνολικής διάρκειας 255΄) μεταβάλλεται με συμβολιστικές αφαιρέσεις _ το ίδιο συμβολιστικό ύφος ακολουθούν και τα ενδύματα – διατηρεί στοιχεία της ρωσικής του ταυτότητας. Θεωρώ όμως ότι η σκηνοθετική του αντιμετώπιση είναι οξύμωρη και ανακόλουθη προς τις οδηγίες του Τσέχοφ, τις οποίες ο ίδιος συνέστησε στην ηθοποιό Όλγα Κνίπερ, που υποδύθηκε την Μάσα. Να αποδίδει «τους καημούς όπως εκφράζονται στη ζωή, όχι με κινήσεις των χεριών ή των ποδιών αλλά με ελάχιστη τονική αλλαγή, με ένα μονάχα βλέμμα» και να εκφράζει «με φινέτσα τις ανεπαίσθητες κινήσεις ψυχής που χαρακτηρίζουν τους διανοούμενους», αποκλείοντας έτσι κάθε δραματική έμφαση. Η παράσταση, με παράλληλες σκηνικές δράσεις, διατηρεί το ρεαλιστικό ύφος του συγγραφέα, που διατρέχεται από διακριτική σάτυρα, αλλά οι ισχυρές και αυτοδύναμες ερμηνείες των ηθοποιών στερούνται από το δραματικό τους μεγαλείο εκείνο το ποσοστό, που τους αφαιρεί ο επιβεβλημένος κώδικας της νοηματικής, καθώς καταργεί τη στατική εξωτερική κίνηση. Άποψή μου είναι πως υπήρχε υπερβολική ένταση στην Γ΄ πράξη. Ωστόσο, το κοινό (αρκετοί αποχώρησαν ενδεχομένως εξαιτίας της μεγάλης διάρκειας) ανταποκρίθηκε θερμά στην εξαιρετική δουλειά των ερμηνευτών και των υπευθύνων για τους φωτισμούς, τον εξαιρετικό ήχο και την απόδοση της νοηματικής γλώσσας. Στις «Τρεις αδελφές» τα πρόσωπα συνωστίζονται σ’ ένα σαλόνι σε ανούσιες, άχρωμες από έλλειψη ενδιαφέροντος συναντήσεις ελπίζοντας σε μια ουσιαστική ζωή. Με την καρδιά στραμμένη στο παρελθόν και το βλέμμα στραμμένο σ’ ένα καλύτερο μέλλον αδιαφορούν για το παρόν. Καθένας ζει σε μια ακινησία, σε μια απραξία, θλίβονται, βαριούνται, ενώ βλέπουν τον χρόνο να γλιστρά ανώφελα. Όλοι τους δίχως να είναι πρόσωπα δραματικά έχουν τις ίδιες αναστολές και τις ίδιες απαγορεύσεις. Εκείνο που τους διαφοροποιεί είναι ο τρόπος που αντιδρούν, που προκαλούν το πεπρωμένο τους και αναμετριούνται μαζί του. Η Όλγα, η Ιρίνα και η Μάσα, διαψευσμένες από τον έρωτα και τα όνειρά τους, στέκονται όρθιες και σφιχταγκαλιασμένες όταν και οι τελευταίες ελπίδες σβήνουν. Αν και «η ζωή τους έπνιξε όπως τα αγριόχορτα τα λουλούδια», τα πρόσωπα του έργου «έχουν χρέος να ονειρεύονται και να προετοιμάζονται για μια ζωή μεγαλειώδη». Έρθει δεν έρθει. Συντελεστές: Σκηνοθεσία: Timofey KulyabinΣκηνικά: Oleg GolovkoΦωτισμοί: Denis SolntsevΒοηθός σκηνοθέτη: Natalia YarushkinaΣύμβουλοι παράστασης για άτομα με προβλήματα ακοής: Veronika Koposova, Tamara ShatulaΔασκάλα νοηματικής: Galina NishchukΦωτογραφία: Frol PodlesnyiΉχος: Nina BelkinaΧειρισμός φωτισμών: Anna KolesnikovaΧειρισμός υπέρτιτλων: Yaroslav Kiselyov, Igor Lipatnikov Παίζουν: Ilya Muzyko (Αντρέι Σεργκέβιτς Πραζόρωφ), Valeria Kruchinina (Νατάσα-Νατάλια Ιβάνοβνα), Irina Krivonos (Όλγα), Daria Emelyanova (Μάσα), Linda Akhmetzyanova (Ιρίνα), Denis Frank (Φιόντορ Ιλίτς Κουλίγκιν), Pavel Polyakov (Αλεξάντρ Ιγνάτιεβιτς Βερσίνιν), Anton Voinalovich (Νικολάι Βόλβιτς Τούζεμπαχ), Konstantin Telegin (Βασίλι Βασίλιεβιτς Σολένυι), Andrei Chernykh (Ιβάν Ρομάνιτς Τσεμπουτίκιν), Alexei Mezhov (Αλεξέι Πετρόβιτς Φεντότικ), Sergey Bogomolov (Βλαντίμιρ Κάρλοβιτς Ρόντε), Sergey Novikov (Φεραπόντ), Elena Drinevskaya (Ανφίσα) Let's block ads! (Why?)

Δέκα από τις καλύτερες παιδικές ταινίες όλων των εποχών

Το καλοκαίρι έφτασε, τα δημοτικά σχολεία έκλεισαν και οι μικροί μαθητές τώρα μπορούν ελεύθεροι να χαρούν τις διακοπές τους, το παιχνίδι, τον χρόνο, που τόσο τους λείπει, σύμφωνα με τις σύγχρονες απαιτήσεις για όλο και περισσότερα εφόδια, προκειμένου να ανταποκριθούν στις δυσκολίες της ζωής. Ωστόσο, επειδή οι γονείς ζουν στον κόσμο της εργασίας, πιθανότατα οι διακοπές θα αργήσουν και το παιχνίδι για τα παιδιά τους στην πόλη έχει περιορισμένες πια δυνατότητες. Έτσι οι γονείς πρέπει να συνεχίσουν να τρέχουν. Όμως κάπως πρέπει να απασχολήσουν τα παιδιά τους στο σπίτι. Η εύκολη λύση είναι πάντα μια παιδική ταινία. Χρειάζεται, όμως, πολύ προσοχή γιατί δυστυχώς σε αυτή την ηλικία τα παιδιά πρέπει να αποφύγουν τις πολλές, μα πάρα πολλές παιδικές ταινίες χαμηλού επιπέδου που κυκλοφορούν ευρέως και δυστυχώς προβάλλονται και από την τηλεόραση. Το Αθηναϊκό Πρακτορείο Ειδήσεων επέλεξε και προτείνει δέκα από τις καλύτερες ταινίες κινουμένων σχεδίων, που ίσως πρέπει να δουν οπωσδήποτε τα παιδιά για να κάνουν και μια ιδανική εισαγωγή στον κόσμο του κινηματογράφου. Πρόκειται για ταινίες σπουδαίων δημιουργών, που εκτός από την διασκέδαση του παιδιού, μπορούν να βελτιώσουν την αισθητική του, τη σκέψη του, την εκφραστικότητά του, την επαφή του με τη μουσική και γενικότερα τις τέχνες. Λοιπόν, φτιάξτε στους μπόμπιρες κάποια υγιεινά σνακ ή έστω σπιτικά ποπ κορν ή πατατάκια και δώστε τους την ευκαιρία να απολαύσουν μερικές από τις καλύτερες παιδικές ταινίες, στις οποίες, όπως είναι λογικό, κυριαρχούν αυτές του ιδιοφυούς παραγωγού Γουόλτ Ντίσνεϊ. 1. Η Χιονάτη και οι 7 νάνοι Ένα από τα αριστουργήματα κινουμένων σχεδίων, η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του Γουόλτ Ντίσνεϊ, που γνώρισε τεράστια επιτυχία από την πρώτη μέρα προβολής της, το 1938. Ο Ντίσνεϊ ξόδεψε τεράστια ποσά για να τη φτιάξει, καθώς εφάρμοσε νέες τεχνικές για την εποχή, ενώ γι' αυτήν δούλεψαν δεκάδες καλλιτέχνες. Η ιστορία γνωστή: Η Χιονάτη συναντά τους επτά νάνους, που θα τη βοηθήσουν να γλυτώσει από την κακιά μητριά της. Μία υπέροχη συγκινητική ταινία, με χιούμορ και δουλεμένους χαρακτήρες, που απέσπασε πλήθος τιμητικών διακρίσεων. [embedded content] 2. Πινόκιο Η δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία (1939), σε παραγωγή Γουόλτ Ντίσνεϊ, είναι ένα μιούζικαλ φαντασίας που βασίζεται στην ιταλική νουβέλα «Οι περιπέτειες του Πινόκιο» του Κάρλο Κολόντι. Είναι μια πρωτοποριακή παραγωγή στον τομέα των εφέ, προσφέροντας ρεαλιστικές εικόνες, με τα στοιχεία της φύσης, αλλά και ατμοσφαιρικές σκηνές. Ο Πινόκιο είναι μία κούκλα, που φτιάχνει ο ξυλουργός Τζεπέτο και από την αγάπη του γι' αυτή ζωντανεύει και μπλέκει σε περιπέτειες όταν συναντά τον γάτο Γεδεών, που τον πείθει να ενταχθεί στο κουκλοθέατρο του Στρομπόλι. Είναι η πρώτη ταινία κινουμένων σχεδίων που κέρδισε Όσκαρ, αυτό του καλύτερου πρωτότυπου τραγουδιού και της καλύτερης πρωτότυπης μουσικής. 3. Φαντασία Τρίτη και φαρμακερή! Εδώ, στην τρίτη του ταινία κινουμένων σχεδίων, ο Ντίσνεϊ αφήνει τις -ας πούμε- συμβατικές μεταφορές παραμυθιών και κάνει το αριστούργημά του. Μια ταινία που μπορείς και να... ακούσεις, καθώς εμπνέεται από οκτώ συνθέσεις κλασικής μουσικής (Μπαχ, Τσαϊκόφσκι, Στραβίνσκι, Μπετόβεν, Πονκιέλι, Σούμπερτ κα), στις οκτώ ξεχωριστές ιστορίες που απαρτίζουν το φιλμ. Τη διεύθυνση της συμφωνικής ορχήστρας της Φιλαδέλφειας έχει ο φημισμένος Λέοπολντ Στοκόφσκι. Η «Φαντασία», μια πανδαισία εικόνων και μουσικής, ένα αγέραστο κλασικό αριστούργημα ομορφιάς θα βάλει τον Ντίσνεϊ στο πάνθεον των μεγάλων δημιουργών. Να σημειωθεί ότι είναι το πρώτο φιλμ που παρουσιάστηκε στην Αμερική με στερεοφωνικό ήχο. [embedded content] 4. Ντάμπο Ταινία που γύρισε ο Ντίσνεϊ το 1941 και βασίστηκε στο έργο της Έλεν Άμπερσον και έχει ως πρωταγωνιστή τον Ντάμπο, το ελεφαντάκι, που δέχεται τη λοιδορία γιατί έχει υπερβολικά μεγάλα αυτιά, αλλά θα είναι αυτά που θα τον βοηθήσουν να πετάξει... Η ταινία κανονικά θα έπρεπε να προβάλεται κάθε μήνα στα σχολεία, για την καταπολέμηση των περιστατικών εκφοβισμού, αλλά και την ανοχή στο διαφορετικό και γιατί όχι το κόψιμο των πρώτων ψηγμάτων ρατσισμού. Μια ταινία που ίσως θα βοηθούσε και το μονοδιάστατο εκπαιδευτικό σύστημα βαθμοθηρίας. 5. Μπάμπι το ελαφάκι Ακόμη μία παραγωγή του Ντίσνεϊ (1942) που βασίζεται στο έργο του Αυστριακού συγγραφέα Φίλιξ Σόλτεν. Η ταινία αφηγείται τη ζωή ενός ελαφιού από τη στιγμή που η μητέρα του σκοτώθηκε από τους κυνηγούς ως την ενηλικίωσή του και μια μεγάλη πυρκαγιά στο δάσος. Η ταινία, που αν και κινουμένων σχεδίων, έλαβε τρία βραβεία Όσκαρ (καλύτερου ήχου, τραγουδιού και μουσικής) θέτει για πρώτη φορά το ζήτημα της ανθρώπινης επιβολής στη φύση και τις συνέπειές της. 6. Η μικρή γοργόνα Ο Ντίσνεϊ έχει φύγει από τον μάταιο τούτο κόσμο για πάνω από 20 χρόνια. Η εταιρία Ντίσνεϊ με αυτή την ταινία κινουμένων σχεδίων μπαίνει στην εποχή της αναγέννησής της και θα μας δώσει τα επόμενα χρόνια ακόμη πολλές αξιόλογες ταινίες. Η Μικρή γοργόνα, ένα ακόμη διαμάντι κινουμένων σχεδίων, βασίζεται στο γνωστό παραμύθι του Χανς Κρίστιαν Άντερσεν. Όσκαρ για τη μουσική και το τραγούδι. 7. Ψάχνοντας τον Νέμο Πολύ καλή ταινία κινουμένων σχεδίων του 2003, σε σκηνοθεσία του Άντριου Στάντον και παραγωγή Pixar, αλλά τη χρηματοδότησε η Ντίσνεϊ. Καλλιτεχνική και εισπρακτική επιτυχία, η μεγαλύτερη της χρονιάς! Πρωταγωνιστής, φυσικά, ο Νέμο, ένα μικρό ψαράκι που θα χαθεί στους ωκεανούς, θα γλυτώσει από καρχαρίες και θα καταλήξει στο ενυδρείο ενός οδοντιάτρου. [embedded content] 8. Μπαμπούλας ΑΕ Ακόμη μια επιτυχία της Pixar, παραγωγής 2001, με τους Τζον Γκούντμαν, Μπίλι Κρίσταλ, Τζέιμς Κόμπερν και άλλους γνωστούς ηθοποιούς να δανείζουν τις φωνές τους στους ήρωες, αλλά και τη μουσική του Ράντι Νιούμαν να κερδίζει το Όσκαρ καλύτερου τραγουδιού. Τρυφερή ιστορία που εμπνέεται από τις παιδικές φοβίες, τις οποίες, όμως, μετατρέπει σε γέλιο, μέσα από τις περιπέτειες ενός γλυκύτατου τέρατος. 9. Ο Ρατατούης Αξιολάτρευτο animation, με φοβερή μουσική υπόκρουση του Μάικλ Τζιατσίνο και ένα συμπαθέστατο ποντικάκι, με ειδίκευση στις γκουρμέ γεύσεις, που κέρδισε και το Όσκαρ καλύτερης ταινίας κινουμένων σχεδίων το 2007. Την ταινία σκηνοθέτησε ο Μπραντ Μπερντ, σε σενάριο του ιδίου και των Τζαν Πινκάβα και Τζιμ Τζιαμποτσίνο. Η υπόθεση αφορά έναν από τους πιο παράδοξους σεφ όλων των εποχών, ένα ποντίκι που εγκαταλείπει την κρυψώνα του και βρίσκεται σε ένα φημισμένο παριζιάνικο εστιατόριο. Ταινία με πολλά μηνύματα και γλυκύτατους πρωταγωνιστές. [embedded content] 10. Μουλάν Αξιόλογη περιπετειώδης ταινία κινουμένων σχεδίων, που γύρισε το 1998 ο Τόνι Μπράνκροφτ και ο Μπάρι Κουκ, απ' αυτές που δεν χορταίνουν να βλέπουν τα παιδιά. Η πλοκή της μας μεταφέρει στην εποχή της δυναστείας των Χαν, όπου η Φα Μουλάν, κόρη του ηλικιωμένου πολεμιστή πατέρα της, μεταμφιέζεται σε άντρα για να πάρει τη θέση του πατέρα της κατά τη γενική επιστράτευση ώστε να αντιμετωπίσουν την εισβολή των Ούννων. * Βεβαίως και υπάρχουν ακόμη πολλές ταινίες κινουμένων σχεδίων που δεν συμπεριλαμβάνονται στη συγκεκριμένη λίστα και μπορούν να δουν τα παιδιά. Μερικές ακόμη καλές παιδικές ταινίες είναι: «Η πεντάμορφη και το Τέρας», «Ψηλά στον Ουρανό», «Η εποχή των παγετώνων», «Λίλο και Στιτς», «Η νεκρή νύφη», «Σρεκ», «Αυτοκίνητα», «Happy Feet», «Γουόλι», «Εγώ ο Απαισιότατος». Let's block ads! (Why?)

Έξι ωραία στέκια σε αθηναϊκές πλατείες για να… αράξεις τις Κυριακές

Τι καλύτερο για τις ζεστές Κυριακές του καλοκαιριού, που δεν σε «χωράει» το σπίτι, από μια έξοδο για χαλαρό καφέ, απογευματινό ποτό και cocktails σε αγαπημένες πλατείες στις γειτονιές της πόλης; Γράφει ο Μίλτος Μιχαλάς Από το κέντρο της Αθήνας μέχρι τη Βούλα, επιλέξαμε και σας παρουσιάσουμε όμορφα στέκια που απλώνουν τραπεζάκια πάνω σε μικρές και μεγάλες πλατείες και μας περιμένουν για να χαλαρώσουμε και να διώξουμε τη μελαγχολία της Κυριακής. Τι λέτε λοιπόν; Πάμε πλατεία; Odori Vermuteria Di Atene Το Odori Vermuteria di Atene, όπως «προδίδει» το όνομά του, αποτελεί την πρώτη vermuteria στην Ελλάδα. Άνετα τραπεζάκια έξω στον αριθμό 2 της οδού Σκουλενίου, στην Πλατεία Αγίων Θεοδώρων, είναι έτοιμα να σας φιλοξενήσουν για φαγητό ή ποτό και κουβέντα. Κάθε Κυριακή σερβίρει αυθεντικό italian brunch, το οποίο κάνει πάταγο. Με ξεχωριστή κάρτα, διατίθεται έως τις 18.00 και περιλαμβάνει ενδιαφέρουσες προτάσεις, όπως pancakes γλυκοπατάτας, πίτσα «ρακέτα» (με prosciutto cotto, salami picante, κρέμα παρμεζάνας, ρικότα, μοτσαρέλα, bechamel, αυγό μάτι και σχοινόπρασο), burger ή κρουασάν σολομού κ.ά. Στα συν η πρωτότυπη cocktail list, μια από τις πιο αξιόλογες της σεζόν στην πόλη. Ονομάζεται «We'll always have Athens», αντλεί έμπνευση από τις γειτονιές της Αθήνας, αποτελείται από 15 ξεχωριστές προτάσεις και ξυπνάει μνήμες που κανείς μας δεν θέλει να ξεχάσει. Πληροφορίες  Σκουλενίου 2 & Αγίων Θεοδώρων 4, Αθήνα, τηλ. 210 3314674, fb page: Odori Vermuteria Di Atene Μπλε Παπαγάλος Τις ζεστές μέρες μας αρέσει να αράζουμε με την εφημερίδα ή το βιβλίο μας στα φερ-φορζέ καθίσματα του Μπλε Παπαγάλου. Vintage αισθητική, όμορφα έπιπλα-αντίκες, ταξιδιάρικες μουσικές και μια αίσθηση ότι βρισκόμαστε στο εξοχικό φίλων, κάνουν κάθε επίσκεψη εδώ να μοιάζει με μικρή απόδραση από την καθημερινότητα. Στα συν οι λίγες αλλά καλές γευστικές προτάσεις, τα εξαιρετικά γλυκά και τα εξωτικά cocktails που παίρνουν τη σκυτάλη το βράδυ. Πληροφορίες  Λεωνίδου 31, Μεταξουργείο, τηλ. 211 0121099, fb page: Μπλε Παπαγάλος Επήρεια All day πολυχώρος στην Πλατεία Προσκόπων στο Παγκράτι με μοντέρνο και cozy design, που φέρει την υπογραφή του interior designer Άγγελου Αγγελόπουλου. Η κάρτα του Επήρεια διαθέτει comfort food χειροποίητες προτάσεις με value for money φιλοσοφία για γευστικές απολαύσεις οποιαδήποτε στιγμή της ημέρας. Στα συν τα σπιτικά γλυκά, η ενημερωμένη κάβα και η cocktail list με τις signature προτάσεις. Πληροφορίες Κτησίου 2, Πλατεία Προσκόπων, Παγκράτι, τηλ. 210 7254594, Fb page: Επήρεια Διαβάστε ολόκληρο το θέμα στο www.greekguide.com Let's block ads! (Why?)

Ο «Τελευταίος των Μοϊκανών» που τόσο επιδεικτικά αγνόησαν τα Όσκαρ

«Τελευταίο των Μοϊκανών» έχει επικρατήσει να αποκαλούμε στη γλώσσα μας όποιον επιμένει να υπερασπίζεται αξίες και ιδανικά που για τους άλλους έχουν παρέλθει ή αυτόν που ανήκει σε μια ομάδα που τα μέλη της έχουν εκλείψει. Και το κάνουμε γιατί ακριβώς μια ταινία του 1992 μας έπεισε! Ο λόγος για τον «Τελευταίο των Μοϊκανών» του Μάικλ Μαν, μια από τις πλέον αγαπημένες ταινίες της δεκαετίας του 1990 που φαίνεται πως η εποχή της έχει περάσει ανεπιστρεπτί. Σπανίως ακούς πια να τη συζητάνε, εκεί που άλλοτε πολλοί ορκίζονταν πως ήταν το φιλμ που τους είχε αγγίξει περισσότερο από κάθε άλλο. Αν την πιάσει κανείς σήμερα στο στόμα του, θα είναι για να μιλήσει για το πόσο πιστή ήταν στην πραγματική ιστορία ή όχι, άντε και για τη συγκινητική ερμηνεία του πάντα κορυφαίου Ντάνιελ Ντέι-Λιούις. Και είναι κρίμα! Στα χρόνια του ανηλεούς Επταετή Πολέμου (1756-1763) λοιπόν, στην πρώτη πραγματικά παγκόσμια σύρραξη δηλαδή, όταν Άγγλοι και Γάλλοι (και οι σύμμαχοί τους) χώριζαν τον κόσμο σε σφαίρες επιρροής, ο πόλεμος για τις αποικίες της Βόρειας Αμερικής έσπειρε μια νέα μορφή δεινών στους γηγενείς Αμερικανούς. Ινδιάνος είναι κι αυτός ο τελευταίος της φυλής των Μοϊκανών, που προσπαθεί να σώσει τον λαό και τις παραδόσεις του από τις δολοφονικές ορέξεις των χλωμών προσώπων. Και αυτός ο λευκός φυσικά, που μεγάλωσε με τους τελευταίους επιζώντες της ινδιάνικης φυλής και θα πάρει μέρος στον πόλεμο των Δυτικών για τον διαμοιρασμό της αμερικανικής πίτας. Αυτά μας περιγράφει το ομώνυμο ιστορικό μυθιστόρημα του Τζέιμς Φένιμορ Κούπερ του 1826 που ανέλαβε να προσαρμόσει για το σινεμά και να μετατρέψει σε έργο ο Μάικλ Μαν. Στην τέταρτη εκδοχή του φυσικά, μιας και το Χόλιγουντ αγάπησε την ιστορία ήδη από τα χρόνια του βωβού ακόμα (αν και η γνωστότερη εκδοχή του είναι αυτή του 1936). Ο εκπληκτικός Ντάνιελ Ντέι-Λιούις μετατρέπεται λοιπόν σε ένα ινδιάνικο αγρίμι, καλώντας σε άφθονη δράση και αναγκάζοντας σε εξίσου δυνατές ερμηνείες όλο το καστ. Μεγάλος μάστορας ο Μάικλ Μαν (σκηνοθέτης επίσης των «Heat», «The Insider» και «Collateral»), το σφιχτοδεμένο της πλοκής και η ανυπέρβλητη δράση είναι τουλάχιστον εξασφαλισμένα στις ταινίες του. Αυτό είναι ο «Τελευταίος των Μοϊκανών», ένα χορταστικότατο φιλμ που περιέχει τα πάντα σε ίσες δόσεις: μάχες, ρομάντζο, απαστράπτουσα φωτογραφία, υπέροχα τοπία και ένα από τα καλύτερα soundtrack του σύγχρονου σινεμά, που δεν μένει στον ρόλο του μουσικού χαλιού, αλλά αποκτά και σαφείς δραματουργικές διαστάσεις. Η κάμερα του Μαν χαρίζει μαγευτικές λήψεις παραδίδοντας μια σχεδόν επική περιπέτεια που θα τη θυμάσαι για καιρό. Όχι ως ό,τι καλύτερο έχεις δει στη μεγάλη οθόνη, αλλά σίγουρα ως κάτι αξιομνημόνευτο, μια από αυτές τις ευχάριστες κινηματογραφικές βραδιές που όλοι θέλουμε να απολαμβάνουμε, όποιες κι αν είναι οι σινεφιλικές μας αναφορές. Τελειομανής τόσο ο σκηνοθέτης όσο και ο πρωταγωνιστής του, ο Ντέι-Λιούις πέρασε ένα καλό διάστημα στις ερημιές για να ζήσει ως ανιχνευτής και να μάθει τεχνικές επιβίωσης από τους καλύτερους. Και μπήκε τόσο στον ρόλο (πολύ πριν τα γυρίσματα) που τον έβλεπαν να κυκλοφορεί παντού με το τουφέκι του και να αποφεύγει την τεχνολογία του 20ού αιώνα, ώστε να παραμένει και στον πραγματικό κόσμο ο χαρακτήρας της ταινίας. Και το έκανε τόσο καλά που μετά την παραγωγή είχε προβλήματα να εγκλιματιστεί ξανά στις τσιμεντουπόλεις του καιρού του! Εξίσου περφεξιονιστής ήταν και ο Μάικλ Μαν, που έκανε πολύ περισσότερες λήψεις απ’ όσες πραγματικά χρειαζόταν, φτάνοντας τα γυρίσματα ως το βράδυ. Και μετά διαμαρτυρόταν γι’ αυτή την «πορτοκαλί λάμψη» που του χαλούσε τα πλάνα, αναγκάζοντας τον βοηθό του να τον επαναφέρει κάθε τόσο στην πραγματικότητα: ο ήλιος ήταν που ανέτειλε! Με αυτά και τα άλλα, το αρχικό μοντάζ έκανε τον «Τελευταίο των Μοϊκανών» ένα τρίωρο έπος, που μετά κόπων και βασάνων (και με τα στελέχη της Warner Bros να κλαίνε γοερά) έφτασαν σε αυτά τα 112 λεπτά της κινηματογραφικής του προβολής. Το 2010, όταν το φιλμ κυκλοφόρησε σε Blu-Ray, ο Μαν έσπευσε να προσθέσει άλλα 5 λεπτά που αποκάλυπταν ένα κομμάτι του αρχικού του οράματος. Ένα όραμα που ξεπέρασε τον αρχικό προϋπολογισμό κατά 7 ολόκληρα εκατομμύρια, η τελειομανία του επιβραβεύτηκε όμως από τον κόσμο, που εξασφάλισε στην ταινία διπλάσιες εισπράξεις από το κόστος, παραμένοντας τόσο εμπορική όσο και καλλιτεχνική επιτυχία (από τις εμπορικότερες ταινίες της χρονιάς). Και ήταν πράγματι το μεγάλο σκάνδαλο της απονομής των Όσκαρ του 1993, που παρά τις πολύ καλές κριτικές και τη μεγάλη αγάπη του κόσμου άφησαν το φιλμ στα αζήτητα. Προτάθηκε (και κέρδισε κιόλας) αποκλειστικά σε μία κατηγορία, αυτή του ηχητικού μοντάζ! Πολύ καλύτερα τα πήγε στα βρετανικά BAFTA, μαζεύοντας 7 υποψηφιότητες και φεύγοντας με Βραβείο Φωτογραφίας και Βραβείο Μακιγιάζ. Όσο για τη φοβερή μουσική των Trevor Jones και Randy Edelman, επιβραβεύτηκε απλώς με υποψηφιότητα για Χρυσή Σφαίρα. Παρά την τεράστια και κοπιαστική δηλαδή δουλειά να φτιαχτούν όλα τα σκηνογραφικά και ενδυματολογικά αντικείμενα με τον παραδοσιακό τρόπο των Ινδιάνων: κάθε τόξο, κάθε βέλος, κάθε τόμαχοκ, κάθε μοκασίνι. Κάτι που έχει τη σημασία του φυσικά, αν και δεν έχει να κάνει σε τίποτα με το πόσο πραγματικά απολαυστικός είναι ο «Μοϊκανός», που δεν είναι μια ιστορική ταινία για τις περίπλοκες αγγλο-γαλλο-ινδιάνικες σχέσεις της αποικιοκρατικής Αμερικής (και σωστά, καθώς βρίθει ανακριβειών), αλλά για ένα παθιασμένο ειδύλλιο με φόντο τις αιματοβαμμένες ιμπεριαλιστικές μάχες. Για έναν ήρωα που προσπαθεί να κερδίσει το κορίτσι δηλαδή, ένα αγαπημένο κινηματογραφικό μοτίβο που εδώ λέγεται με τρόπο διασκεδαστικότατο. Και συγκινητικό. Και περήφανο, σαν τους Ινδιάνους του… Γιατί να το δεις: Για τον θυελλώδη έρωτα, την επική μελαγχολία και την ακατάβλητη αίσθηση της τιμής που προκαλεί τα ίδια συναισθήματα όσα χρόνια κι αν περάσουν. Και για κείνο το καλοκαιρινό βραδάκι που θες κάτι απλό και ωραίο να περάσεις δυο χαρωπές κινηματογραφικές ωρίτσες. Τις οποίες θα θυμάσαι μετά θες δεν θες, μιας και… Μάικλ Μαν! «Ο τελευταίος των Μοϊκανών» Παραγωγή: Αμερική Σκηνοθεσία: Μάικλ Μαν Πρωταγωνιστούν: Ντάνιελ Ντέι-Λιούις, Μάντλιν Στόου, Ράσελ Μινς [embedded content] Let's block ads! (Why?)

Το πολιτικοποιημένο «Ξύπνα Βασίλη» και όσα καυστικά σατίρισε περί ιδεολογίας

Ο Βασίλης (Γιώργος Κωνσταντίνου), άνθρωπος συντηρητικών δεξιών πεποιθήσεων, διαπληκτίζεται συνεχώς στο γραφείο με τον προοδευτικό αριστερό συνάδελφό του, Μάνο (Αλέκος Αλεξανδράκης). Ο οποίος ερωτεύεται και παντρεύεται τελικά την αδελφή του Βασίλη, Ντίνα (Έλενα Ναθαναήλ), επίσης αριστερή, μέσα στις σφοδρές αντιρρήσεις εκείνου. Κάποια στιγμή ο έντιμος υπάλληλος θα ζητήσει αύξηση και θα απολυθεί. Και δεν θα αγοράσει έτσι το καθιερωμένο του λαχείο, το οποίο θα πάρει ο πρώην συνάδελφος και νυν κουνιάδος του και θα πλουτίσει! Ο Βασίλης θα χάσει τα λογικά του και θα νοσηλευτεί για ένα διάστημα, αν και όταν πάρει εξιτήριο θα πάθει την πραγματική πλάκα του, βλέποντας το πλούσιο ζευγάρι των πρώην αριστερών να έχουν μετατραπεί σε ό,τι μισούσαν περισσότερο στη ζωή. Αυτή είναι με δυο λόγια η υπόθεση της αισθηματικής κωμωδίας -όπως χαρακτηρίζεται επισήμως- του 1969, μια διασκευή του ίδιου του Γιάννη Δαλιανίδη στο γνωστό -και ομώνυμο- θεατρικό του Δημήτρη Ψαθά, που είχε ανέβει το 1965 με πρωταγωνιστή τον Ντίνο Ηλιόπουλο. «Κατάλληλη για όλους», ήταν η τηλεοπτική σήμανση που πήρε η ταινία. Κι ενώ άλλο εννοούσαν προφανώς οι τηλεοπτικές Αρχές, είναι πράγματι κατάλληλη για όλους, καθώς λειτουργεί ως αλληγορία για την ιδεολογία που συμπαρασύρει αναπόφευκτα λες ο παράς. Δύο χρόνια μετά την επιβολή της Χούντας των Συνταγματαρχών και με μια Ελλάδα για τα καλά στον γύψο, βγαίνει λοιπόν στις σκοτεινές αίθουσες της χώρας μας η γλυκόπικρη ταινία που διακωμωδεί με εμφατικό και χιουμοριστικό τρόπο τα πολιτικά ήθη της εποχής και τη διάκριση δεξιού-αριστερού. Απλοϊκή και ισοπεδωτική η πραγμάτευση βέβαια, ας μην ξεχνάμε ωστόσο πως μιλάμε για τα χρόνια της δικτατορίας, όταν η σκληροπυρηνική λογοκρισία έκοβε τα πάντα. Μια ταινία που θα υμνούσε ωστόσο τη δεξιά, τον δεξιό λαϊκισμό καλύτερα, ίσως περνούσε από τα σμπαραλιασμένα μυαλά των λογοκριτών. Ο Φιλοποίμην Φίνος είχε τελικά δίκιο με το τέχνασμά του, καθώς πήρε το πράσινο φως να κάνει ταινία το «Ξύπνα Βασίλη» με το βολικό για το καθεστώς πολιτικό του σχόλιο. Και μέσα στον πολιτικό διχασμό και την ιδεολογική σύγχυση της εποχής, ο «Βασίλης» λειτούργησε και με το παραπάνω. Σε μας σήμερα δεν είναι βέβαια εύκολο να διακρίνουμε τον κοινωνικό αντίκτυπό του σε μια περίοδο ιδεολογικών αγκυλώσεων, μιας και τώρα απολαμβάνεις απλώς το καυστικό του σχόλιο σε ένα πεδίο «ακίνδυνων» αντιπαραθέσεων. Και τις απολαυστικές ερμηνείες φυσικά, αλλά και μια χούφτα σκηνές που ανήκουν αναγκαστικά στην ανθολογία του ελληνικού κινηματογράφου. Δικαιωματικά δηλαδή! Ποιος να ξεχάσει τον διανοούμενο ποιητή Φανφάρα (Γιώργος Μιχαλακόπουλος) που ζει παρασιτώντας στην πλουτοκρατία και απαγγέλει τον περιβόητο «Σκοταδόψυχό» του: «Σκοτάδι πίνω για πιοτό / Πω πω πω πω / Πω πω πω πω»; Ή εκείνα τα «Μαύρα κοράκια, κόκκινα κοράκια» που τόσο υπέροχα ερμηνεύει; Αμ τα κακαρίσματα του Κωνσταντίνου που έχουν αφήσει τη δική τους εποχή στο ελληνικό σινεμά; Το καστ κλέβει κυριολεκτικά την παράσταση, όταν δεν το κάνει αυτό το «φαρμάκι έχω στην ψυχή, φέρνει μαυρίλα θολερή» του ποιητή-καρικατούρα. Η πλάκα είναι πως το «Ξύπνα Βασίλη» μπορεί να προκαλέσει ακόμα και σήμερα αμφιθυμικά αισθήματα στον πολιτικοποιημένο θεατή, μιας και αυτός θα σταθεί στο δεύτερο επίπεδο της ταινίας, αυτή τη διαγώνια ανάγνωση που ελλοχεύει πίσω από τα αστεία και τα κακαρίσματα. Αν αντέχει ο «Βασίλης» στο φίλτρο της κριτικής ανάλυσης, αν έχει επίγνωση του κοινωνικο-ιστορικού του πλαισίου, αυτό είναι κάτι που παραμένει ανοιχτό στη θεωρία του κινηματογράφου. Μια ταινία που επιβραβεύει την κυρίαρχη ιδεολογία της εποχής και καυτηριάζει το αντίπαλο δέος είναι μια επικίνδυνη ταινία για κάποιους. Και για μερίδα της κριτικής, αυτό ακριβώς ήταν το κλασικό φιλμ του Γιάννη Δαλιανίδη, ένα ήπια προπαγανδιστικό έργο για τις αρετές των φρονίμων και τις συμπτωματικές πεποιθήσεις των «άλλων». Που όταν πιάσουν την καλή ξεχνούν ιδεολογίες και πολιτικές και γίνονται ακριβώς ό,τι μισούσαν. Ή πιο σωστά, ό,τι ζήλευαν. Στη στρατευμένη συλλογιστική της ταινίας, οι αριστεροί δεν είναι παρά αριβίστες, αμοραλιστές τύποι έτοιμοι να πουλήσουν τα πάντα για να περάσουν στην άλλη πλευρά του φάσματος και να βολευτούν. Σε πλήρη διάσταση, ο δεξιός και τίμιος Βασίλης είναι και ο μόνος τελικά που θα ορθώσει ανάστημα στην καταπιεστική εργοδότριά του, την ανεκδιήγητη κυρία Φαρλάκου (Τασσώ Καββαδία), και θα τρελαθεί ακόμα περισσότερο όταν δει την προδοσία (εντός κι εκτός εισαγωγικών) του αριστερού περιβάλλοντός του, που τακιμιάζει πλέον με τους παλιούς ιδεολογικούς εχθρούς και περνούν όλοι μαζί τις μέρες τους με βεγγέρες και μεγαλοαστισμούς. Ο Ψαθάς ήταν κεντρώων πεποιθήσεων άνθρωπος και θέλησε προφανώς να καυτηριάσει και τα δύο άκρα του πολιτικού φάσματος, με ανισομερή όμως τρόπο. Και εξόχως ισοπεδωτικό, βάζοντας συνδικαλισμό και κινήματα διεκδικήσεων στο ίδιο τσουβάλι με τους «Κουκουέδες» και τους «σοσιαλιστές» που θα προδώσουν τα ιδανικά τους για μερικές χούφτες δολάρια. Την ώρα που τσουβαλιάζει βέβαια τον συνδικαλισμό, φροντίζει να μην αποθεώσει τα αφεντικά, απεικονίζοντας ιδιαιτέρως ρεαλιστικά την εργοδοτική καταπίεση και την αυθαιρεσία της μεγαλοαστικής τάξης. Ακόμα και ο κόλακας Βασίλης του πρώτου μισού της ταινίας την ίδια τύχη έχει με τον κομμουνιστή γαμπρό του, στο ίδιο καζάνι βράζουν αναμφίβολα. Ο Βασίλης θα τρελαθεί γιατί θα δει όλες τις σταθερές του κόσμου του να καταρρέουν και το χρήμα να επικαθορίζει τα πάντα. Και πόσο πιο ανθρώπινος μοιάζει ως ευάλωτο κοκόρι από όλους τους άλλους γύρω του, όλους, ξεπουλημένους και βολεμένους, αριστερούς και δεξιούς, λαό και Κολωνάκι! Και ο Ψαθάς θα μας κλείσει τελικά το μάτι, κάνοντας φινάλε στο θεατρικό του με ένα πλήρες ιδεολογικό αδιέξοδο, που μοιάζει να ανήκει στις επόμενες δεκαετίες των μεταμοντέρνων αναγνώσεων και των τεθλασμένων πολιτικών αφηγημάτων. Ξύπνα Βασίλη, μας λένε τελικά Ψαθάς και Δαλιανίδης, ξεβολέψου και ασχολήσου με τα κοινά. Ξύπνα Βασίλη, δες τους αριστερούς του σαλονιού και τους δεξιούς νεόπλουτους και βρες ως έντιμος άνθρωπος που είσαι τη θέση σου εκεί μέσα. Με ή χωρίς κακαρίσματα… Γιατί να τη δεις: Γιατί παραμένει καυστική σάτιρα, γεμάτη άβολες αλήθειες και πικρούς συσχετισμούς. Και γιατί περιέχει αριστουργηματικές ερμηνείες από ένα καστ σωστό ποίημα. Όχι του Φανφάρα, από τα άλλα, τα αληθινά… «Ξύπνα Βασίλη» Παραγωγή: Ελλάδα Σκηνοθεσία: Γιάννης Δαλιανίδης Πρωταγωνιστούν: Γιώργος Κωνσταντίνου, Έλενα Ναθαναήλ, Αλέκος Αλεξανδράκης, Γιώργος Μιχαλακόπουλος, Γιώργος Τσιτσόπουλος, Ελένη Ζαφειρίου, Τασσώ Καββαδία, Περικλής Χριστοφορίδης [embedded content] Let's block ads! (Why?)

Η ιστορία πίσω από το πρώτο ελληνικό γουέστερν

Αν έχετε στο μυαλό σας πως τα «γουέστερν» είναι αποκλειστικό προνόμιο του αμερικανικού κινηματογράφου, πρέπει σιγά-σιγά να αναθεωρήσετε. Σε πολλές χώρες του κόσμου έχουν γυριστεί ταινίες που θυμίζουν γουέστερν αλλά είναι εμπνευσμένες από αιματοβαμμένες ιστορίες (αληθινές ή μυθοπλασίες) της υπαίθρου της εκάστοτε χώρας. Και αν νομίζετε πως στην Ελλάδα, δεν έχουν γίνει ανάλογες προσπάθειες, είστε γελασμένοι. Το επιχείρησε πρώτος ο αξέχαστος Νίκος Φώσκολος, πίσω στο μακρινό 1967. Ναι. Ένα ελληνικό γουέστερν με έναν εντελώς… αμερικάνικο τίτλο. «Οι σφαίρες δεν γυρίζουν πίσω» λεγόταν η ταινία που προκάλεσε παροξυσμό στους σινεφίλ της εποχής και γέμιζε όποια κινηματογραφική αίθουσα κι αν παιζόταν. Αν πάλι νομίζετε πως η Ελλάδα δεν διαθέτει τοπία που να μπορούσαν να υποστηρίξουν ένα τέτοιο κινηματογραφικό κόνσεπτ, και πάλι κάνετε λάθος. Τα μέρη, αυτά, είναι πολλά. Πάρα πολλά. Εκείνο που επέλεξε ο Φώσκολος, μάλιστα, έχει τη δική του ιστορία. Μια ιστορία που έχει τις ρίζες της στην ελληνική μυθολογία και τους 12 άθλους του Ηρακλή. Άλλωστε το να επιχειρεί να γυρίσει κάποιος ένα ελληνικό γουέστερν, μοιάζει από μόνο του ένας… άθλος. Οι σφαίρες δεν γυρίζουν πίσω Ο αγρότης Στάθης Καρατάσος (τον οποίο υποδύεται ο Άγγελος Αντωνόπουλος), από μια τραγική παρεξήγηση, κατηγορείτε για τον φόνο ενός ληστή. Οι διωκτικές αρχές τον χαρακτηρίζουν -πέρα από φονιά- και ως αρχηγό συμμορίας, τον συλλαμβάνουν και τον οδηγούν στη φυλακή.  Λίγο πριν οδηγηθεί στο εκτελεστικό απόσπασμα καταφέρνει να αποδράσει και οι αρχές σπεύδουν στο κατόπι του. Αλλά δεν είναι μόνο αυτές που τον καταδιώκουν. Αναθέτουν τη βρώμικη δουλειά σε έναν άλλο κατάδικο, τον Τσάκο (τον οποίο υποδύεται ο Κώστας Καζάκος), να τον εντοπίσει «ζωντανό ή νεκρό» προκειμένου αν τα καταφέρει να κερδίσει την ελευθερία του. Στο κυνήγι του Στάθη, ωστόσο, βγαίνουν και άλλοι ληστές της περιοχής που θεωρούν ότι ο φυγάς έχει στην κατοχή του τα λάφυρα της ληστείας που υποτίθεται πως είχε κάνει. Αποτέλεσμα είναι να ξεσπάσει ένα ανελέητο ανθρωποκυνηγητό κατά τη διάρκεια του οποίου ο Στάθης σώζει τη ζωή του Τσάκου, γνωρίζει την οικογένειά του και αλλάζει στρατόπεδο. Τώρα πλέον οι δυο τους, μάχονται πλάι-πλάι για τη ζωή τους απέναντι στους ληστές που τους καταδιώκουν δίχως έλεος. Αυτή είναι η υπόθεση της ταινίας που καθήλωσε τους Έλληνες μπροστά από τη μεγάλη οθόνη. «Γιγαντιαίο από τον πρώτη μέχρι την τελευταία του εικόνα» έγραφε η αφίσα της εποχής και υπογράμμιζε: «κάτι που δεν υποψιάζεσθε»! Σύμφωνα με δημοσιεύματα της εποχής η ταινία, που έκανε πρεμιέρα στις 9 Οκτωβρίου 1967, έκοψε 307.094 εισιτήρια. Αριθμός μεγάλος για τα δεδομένα της εποχής. Η πρώτη σκηνοθετική δουλειά του Νίκου Φώσκολου Εκτός από πρώτο ελληνικό γουέστερν, η ταινία διεκδικεί μια ακόμα πρωτιά. Είναι η πρώτη σκηνοθετική δουλειά του Νίκου Φώσκολου. Μέχρι εκείνη την εποχή ο Φώσκολος είχε γίνει γνωστός ως το βαρύ πυροβολικό της Φίνος Φιλμ σε ότι αφορά τη συγγραφή των σεναρίων. Έτσι θα γινόταν και εκείνη τη φορά, ωστόσο, όταν ο Φώσκολος πήγε το σενάριο για το πρώτο ελληνικό γουέστερν στον Φιλοποίμην Φίνο, ο αξέχαστος κινηματογραφικός παραγωγός, τον προέτρεψε να αναλάβει για πρώτη φορά και την σκηνοθεσία. «Είναι κρίμα να γράφεις τέτοια σενάρια και να καρπώνονται άλλοι την επιτυχία ως σκηνοθέτες. Μπορείς να το κάνεις και αυτό. Να το κάνεις», του είχε πει χαρακτηριστικά και κάπως έτσι ξεκίνησε μια σπουδαία καριέρα για το Νίκο Φώσκολο ο οποίος αφού ανέλαβε σκηνοθεσία και σενάριο δεν άφησε τίποτα στην τύχη του… Επέλεξε βαριά ονόματα του ελληνικού κινηματογράφου για να ενσαρκώσουν τους ήρωές του. Όπως ήδη έχει αναφερθεί επέλεξε για τους δυο βασικούς ρόλους τον Άγγελο Αντωνόπουλο και τον σούπερ σταρ της εποχής Κώστα Καζάκο, τους οποίους πλαισίωνε ο πάντα έξοχος Σπύρος Καλογήρου. [embedded content] Τη μουσική της ταινίας την υπέγραψε ο Μίμης Πλέσσας ο οποίος μαζί με τον Φώσκολο διακρίθηκαν στο φεστιβάλ κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, αποσπώντας τα βραβεία μουσικής και σεναρίου/ σκηνοθεσίας αντίστοιχα. Η ταινία αγαπήθηκε από το κοινό αλλά και από τους κριτικούς. «Μια τέλεια στο είδος της ταινία. Τέλεια στο σενάριο, τέλεια στο μοντάζ, τέλεια στην ερμηνεία, τέλεια στη φωτογραφία, αλλά πάνω απ΄ όλα τέλεια στη σκηνοθεσία. Ο Νίκος Φώσκολος, με την πρώτη του κιόλας ταινία, αναδεικνύεται σε άριστο σκηνοθέτη. Δίχως καμιά υπερβολή οι «Σφαίρες του» μπορούν να σταθούν πλάι στις ταινίες του Τζων Φορντ, του Χάουαρντ Χωκς, του Χιούστον, του Άντονυ Μαν. Με άλλα λόγια, ο Φώσκολος χαρίζει στον ελληνικό κινηματογράφο, με τις Σφαίρες, το πρώτο αριστούργημα στο είδος της «ορεινής περιπέτειας», όπως θα μπορούσε να ονομαστεί το ελληνικό «γουέστερν», έγραφαν «τα Νέα». Δεν έλλειψαν πάντως και εκείνοι που υποδέχθηκαν την ταινία με το μάλλον υποτιμητικό ορισμό «spaghetti western», δηλαδή γουέστερν τα οποία προσπαθούν αλλά… δεν είναι αμερικάνικα! Γυρίσματα στο ιδανικό φυσικό σκηνικό Η ταινία, ωστόσο, δεν εντυπωσίασε κοινό και κριτικούς μόνο από το λαμπερό καστ, την εξαίσια μουσική του Πλέσσα ή τη σκηνοθετική μαεστρία του Φώσκολου. Σημαντικό ρόλο διαδραμάτισαν και τα εξωτερικά γυρίσματα τα οποία έγιναν στη λίμνη Στυμφαλία που βρίσκεται σε ένα οροπέδιο, σε υψόμετρο 600 μέτρων ανάμεσα στα όρη Κυλλήνη και Ολίγυρτος. Η υπόθεση της ταινίας υποτίθεται πως διαδραματίζεται περί τα 1900 όταν πράγματι στην Ελληνική ύπαιθρο το φαινόμενο των ληστών που τριγυρνούσαν αρματωμένοι σπέρνοντας τον φόβο και τον τρόμο ήταν έντονο. Μέσα από το κινηματογραφικό φακό του Νίκου Φώσκολου ο θεατής «μεταφέρεται» σε χιονισμένα τοπία, σε βάλτους γύρω από τη λίμνη, σε απροσπέλαστες καλαμιές και σε παρθένα δάση. Το φυσικό σκηνικό της ορεινής Κορινθίας διαδραμάτισε το δικό του… ρόλο. Τα γυρίσματα έγιναν σε κάτω από δύσκολες καιρικές συνθήκες, κάτι που άλλωστε είναι εμφανές ανά διαστήματα μέσα στην ταινία. [embedded content] Παράλληλα, αξίζει να σημειωθεί πως η σκηνή με το τρένο γυρίστηκε, κοντά στα Καλάβρυτα στον Οδοντωτό ενώ δεν περνάει απαρατήρητη και η «φιλική συμμετοχή» του θρυλικού Μουντζούρη. Σε κάθε περίπτωση, το πρώτο ελληνικό γουέστερν «οι σφαίρες δεν γυρίζουν πίσω», μπορεί να μην έχει κάτι από... άγρια Δύση αλλά καταφέρνει να σταθεί με αξιοπρέπεια στηριζόμενο στην άγρια… ύπαιθρο της Ελλάδας. Let's block ads! (Why?)

Ένα φιλόξενο Living-room με ατμόσφαιρα σπιτιού στη Γλυφάδα

Ένα Living… room που σας δελεάζει να το επισκεφτείτε από το πρωί μέχρι αργά το βράδυ με καφέ, πρωινό, detox ροφήματα αλλά και μια εξαιρετική λίστα σε signature cocktails. Το cozy all day στέκι στη δημοφιλή Ζησιμοπούλου στη Γλυφάδα διακρίνεται για τη σπιτική του ατμόσφαιρα και αποτελεί ιδανική επιλογή για καθημερινές απολαύσεις. Θα σας εντυπωσιάσει με τη mix and match διακόσμηση με ξύλο, τους άνετους καναπέδες, τις πολυθρόνες, τα διαφορετικά σαλονάκια και το τεράστιο μπαρ στο κέντρο. Ξεχωριστό κεφάλαιο αποτελεί η κουζίνα του, με ένα multi culti μενού, που υπογράφουν οι Αλέξανδρος Γκίκας και Αντώνης Μινώπετρος, με εδέσματα που βασίζονται στη χρήση εποχιακών πρώτων υλών, αλλά και τα new entries μεξικάνικα πιάτα, όπως tacos και quesadillas. Από τις προτάσεις του καταλόγου, δοκιμάστε ψαρονέφρι με χωριάτικες πατάτες και γλυκιά σάλτσα καπνιστής πάπρικας, φιλέτο σολομού με σπαράγγια σοτέ και κινόα, double trouble burger με διπλό μοσχαρίσιο μπιφτέκι, ομελέτα, ντομάτα, μαρούλι, onion rings, μπέικον, διπλό τυρί cheddar και αρωματική μαγιονέζα και pizza carbonara με καπνιστή πανσέτα, μανιτάρια, κρέμα γάλακτος και λάδι τρούφας. Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνει στα γλυκά, τις βάφλες και τα παγωτά, τόσο ως προς την ποιότητα και την ποικιλία όσο και ως προς τις θεσπέσιες γεύσεις τους! Και όλα αυτά υπό τους ήχους ξένων ακουσμάτων που καλύπτουν όλο το φάσμα της μουσικής. Όσοι προτιμήσετε το Living για τη βραδινή σας έξοδο, αξίζει να δείτε την ενδιαφέρουσα cocktail list με signature cocktails που έχει δημιουργήσει ο Πέτρος Δανέζης. Την προσοχή σας αξίζουν τα Beneath the Rose (Bankes Gin, port, Mastiha M Dry και τριαντάφυλλο), Pier (El Jimador, coffee liqueur, gingerbread, lime και αχλάδι), Grace Kelly (Brugal Supremo Blanco Rum, πουρέ από Passion Fruit, σιρόπι βανίλιας Μαδαγασκάρης, τζίντζερ και στυμμένο lime ), Tears of Chios (Mastiha M Dry, στυμμένο lime και αφρός φράουλας). Πληροφορίες Ζησιμοπούλου 10, Γλυφάδα Τηλ. 210 8980140 Fb page: LIVING - Glyfada Let's block ads! (Why?)

Χορός της κοιλιάς υπό τους ήχους των… AC/DC και των Sepultura

Η αλήθεια είναι πως τον σκληρό ήχο τον έχουμε συνδυάσει όλοι μας με μια ανάλογη… σκληρή εικόνα. Το «ξύλο» που πέφτει, άλλωστε, στις heavy metal συναυλίες με το αδιάκοπο headbanging είναι ενδεικτικό του τι περιμένει να δει κανεις. Εδώ, ωστόσο, όλα αυτά ανατρέπονται και μάλιστα με τρόπο θεαματικό. Υπεύθυνη για αυτή την ανατροπή είναι η Diana Bastet η οποία επέλεξε να «μπλέξει» την αγάπη της για το χορό της κοιλιάς με το πάθος της για τη heavy metal μουσική. [embedded content] Και κάπως έτσι κομμάτια των AC/DC και των Sepultura μπορεί στ’ αυτιά μας να ακούγονται ίδια αλλά στα μάτια μας, λαμβάνουν πλέον άλλες διαστάσεις. [embedded content] Let's block ads! (Why?)

Η Έλεν ντε Τζένερις επιστρέφει σε αυτό που ξέρει να κάνει καλύτερα

Η Έλεν ντε Τζένερις επιστρέφει στις ρίζες της με την πρώτη της, εδώ και 15 χρόνια, stand-up comedy περιοδεία, στο πλαίσιο της οποίας θα κάνει περιορισμένες εμφανίσεις στις δυτικές ακτές των ΗΠΑ, τον προσεχή Αύγουστο. Η ηθοποιός και παρουσιάστρια ενός εκ των πλέον δημοφιλών talk show στην αμερικανική τηλεόραση αναμένεται να επισκεφθεί τρεις πόλεις για συνολικά 8 νύχτες, ανακοίνωσε η εταιρεία παραγωγής Live Nation. Η 60χρονη Ντε Τζένερις ξεκίνησε την καριέρα της το 1980 πρωταγωνιστώντας σε αυτό το είδος κωμωδίας, όπου ο ηθοποιός βρίσκεται σε άμεση επαφή με το κοινό, στη γενέτειρά της, τη Νέα Ορλεάνη προτού καταπιαστεί με το σόου «Ellen». Έκτοτε, η ακτιβίστρια υπέρ των δικαιωμάτων των ομοφυλόφιλων αναδείχθηκε σε μία από τις πλέον επιτυχημένες οικοδέσποινες talk show στις ΗΠΑ με το «The Ellen DeGeneres Show» που έχει βραβευθεί με 30 Emmy. Η ίδια δεν έχει προς το παρόν εξηγήσει τους λόγους για τους οποίους αποφάσισε να επιστρέψει στο stand-up comedy έπειτα από τόσα χρόνια, ωστόσο η περιοδεία της θα αποτελέσει τη βάση ενός κωμικού σόου που θα προβληθεί στο Netflix αργότερα το 2018. Η Έλεν ντε Τζένερις θα επισκεφθεί το Σαν Ντιέγκο, το Σαν Φρανσίσκο και το Σιάτλ για τις ανάγκες της stand-up comedy περιοδείας της, το διάστημα 10-23 Αυγούστου. Let's block ads! (Why?)