Author Archives:

Τα «βουβά» κρούσματα και το τσουνάμι του χειμώνα

Τον έντονο φόβο ότι το δεύτερο κύμα του κορωνοϊού στη χώρα μας θα είναι ισχυρότερο από το πρώτο, και θα προκαλέσει περισσότερες νοσηλείες και θανάτους εκφράζουν οι ειδικοί επιστήμονες. Μπροστά σε αυτό το ενδεχόμενο, με τον αριθμό των νέων κρουσμάτων στην Αττική την τελευταία εβδομάδα να έχει ξεπεράσει τα 1.000 και με την αυξημένη ζήτηση κλινών μονάδων εντατικής (ΜΕΘ) να έχει ήδη θέσει σε γενικό συναγερμό το ΕΣΥ, η κυβέρνηση προχώρησε σε νέα περιοριστικά μέτρα στο Λεκανοπέδιο τα οποία παραπέμπουν στις ημέρες πριν από το lockdown του πρώτου κύματος στη χώρα μας.  Ετσι, από αύριο και για 14 ημέρες, επιπρόσθετα από τα μέτρα που ήδη ισχύουν, επανέρχεται η τηλεργασία υποχρεωτικά για το 40% των εργαζομένων σε γραφεία στον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα, το ανώτατο όριο των παρισταμένων σε συναθροίσεις σε κλειστούς και ανοιχτούς χώρους είναι τα εννέα άτομα και σε γάμους, κηδείες και βαφτίσεις τα 20 άτομα, οι συναυλίες αναστέλλονται και κλείνουν οι κινηματογράφοι. Αν και η αποτελεσματικότητα των μέτρων θα καταγραφεί σε περίπου δέκα ημέρες στον αριθμό των ημερήσιων κρουσμάτων, και σε 20 ημέρες στον αριθμό των διασωληνωμένων, μία ενδεχόμενη νέα επιδείνωση των επιδημιολογικών δεικτών δεν αποκλείεται να φέρει ακόμα και ένα νέο περιορισμένο lockdown, ενδεχόμενο που δεν το αποκλείει πλέον η κυβέρνηση. Οπως επισημαίνει στην «Κ» ο καθηγητής Κοινωνικής και Προληπτικής Ιατρικής στο ΕΚΠΑ, Γιάννης Τούντας, η ραγδαία αύξηση των νέων διαγνωσμένων κρουσμάτων αλλά και των διασωληνωμένων ασθενών και των θανάτων κατά τη διάρκεια των τελευταίων 45 ημερών έχει δημιουργήσει εύλογες ανησυχίες για τον βαθμό αναζωπύρωσης της επιδημίας στη χώρα μας. Τα νέα διαγνωσμένα κρούσματα αυξήθηκαν από 337 τον Μάιο σε 5.994 τον Αύγουστο. Για τους νέους διασωληνωμένους ασθενείς τα αντίστοιχα νούμερα ήταν 9 και 35 και για τους θανάτους 35 και 60. «Η εξέλιξη των επιδημιολογικών δεδομένων σαφώς σηματοδοτεί δεύτερο επιδημικό κύμα», σημειώνει ο κ. Τούντας και συνεχίζει, «το σβήσιμο του πρώτου κύματος τον Μάιο και τα λίγα κρούσματα τον Ιούνιο και τον Ιούλιο είχαν δημιουργήσει βάσιμες ελπίδες για πιο ανώδυνο καλοκαίρι. Οι ελπίδες αυτές διαψεύστηκαν, όχι τόσο λόγω του τουρισμού όσο εξαιτίας της καθυστέρησης στη γενικευμένη χρήση της μάσκας και στον περιορισμό των συναθροίσεων. Το ερώτημα που τίθεται τώρα είναι εάν το δεύτερο αυτό κύμα θα μπορέσει να ελεγχθεί πριν ξεπεράσει το πρώτο». Σύμφωνα με τον καθηγητή, η εκτίμηση για την εξέλιξη του δεύτερου κύματος της επιδημίας, δεν μπορεί να γίνει με βάση τα διαγνωσμένα κρούσματα. Από την ανάλυση των δεδομένων στην οποία προχώρησε το Ινστιτούτο Κοινωνικής και Προληπτικής Ιατρικής προκύπτει ότι τα τριψήφια νούμερα στα ημερήσια κρούσματα που καταγράφονται από 1η Αυγούστου και τα οποία τις τελευταίες ημέρες ξεπερνούν τα 300 οφείλονται κυρίως στην αύξηση των διενεργούμενων εξετάσεων και δεν αντιστοιχούν σε ανάλογη εξάπλωση της επιδημίας. Τον Μάρτιο διενεργούνταν περίπου 800 μοριακές εξετάσεις την ημέρα και τον Αύγουστο ξεπέρασαν τις 15.000. Η Ελλάδα πραγματοποίησε τον Μάρτιο 1,61 τεστ ανά 1.000 κατοίκους, όταν ο αντίστοιχος δείκτης ήταν 5,81 στην Αυστρία και 11,46 στη Γερμανία. Αλλά και φτωχότερες ευρωπαϊκές χώρες, όπως η Τσεχία και η Σλοβενία, διενεργούσαν περισσότερες εξετάσεις από τη χώρα μας (5,23 και 11,43 αντίστοιχα).  Στη συνέχεια όμως και μέχρι το τέλος Αυγούστου, η Ελλάδα είχε πραγματοποιήσει συνολικά 91,8 τεστ ανά 1.000 κατοίκους, ξεπερνώντας τη Σλοβενία (76,42), την Τσεχία (85,20), αλλά και την Ιταλία (85,35), όχι όμως τη Γερμανία (147,80) ή το Ηνωμένο Βασίλειο (198,08). Και όπως σχολιάζει ο καθηγητής «όταν διενεργούνται περισσότερες εξετάσεις είναι αναμενόμενο να καταγράφονται περισσότερα κρούσματα, ιδιαίτερα όταν μία από τις ιδιομορφίες της συγκεκριμένης επιδημίας είναι τα πολλά ασυμπτωματικά κρούσματα». Ο κ. Τούντας χαρακτηρίζει πολύ πιο αξιόπιστους δείκτες εξέλιξης της επιδημίας τους αριθμούς των διασωληνωμένων ασθενών και των θανάτων και κυρίως τον ρυθμό αύξησης ή μείωσής τους, παρά το γεγονός ότι αντικατοπτρίζουν τις προ δεκαπενθημέρου διαστάσεις της επιδημίας. Ο μέγιστος αριθμός διασωληνωμένων ασθενών καταγράφηκε στις 5 Απριλίου (93) και ο ελάχιστος στις 30 Ιουλίου (7). Σε όλη τη διάρκεια του Αυγούστου παρατηρείται συνεχής αύξηση με σταθερό ρυθμό (περίπου 12 νέοι διασωληνωμένοι ασθενείς ανά 10 μέρες), ενώ από 1 μέχρι 15 Σεπτεμβρίου αυξήθηκαν με σχεδόν διπλάσιο ρυθμό (31 νέοι διασωληνωμένοι σε 15 μέρες). Το ίδιο παρατηρείται και στους θανάτους. Οι περισσότεροι καταγράφηκαν τον Απρίλιο (91).  Τον Μάιο είχαμε 35 θανάτους, τον Ιούνιο 13, τον Ιούλιο 14 και τον Αύγουστο 60, ενώ το πρώτο δεκαπενθήμερο του Σεπτεμβρίου καταγράφηκαν 47 θάνατοι. Στο δεκαήμερο 28 Μαρτίου έως 7 Απριλίου υπήρξαν 5,1 θάνατοι κατά μέσον όρο την ημέρα, ενώ οι αντίστοιχοι αριθμοί για τον Αύγουστο ήταν 0,8 για το πρώτο δεκαήμερο, 2,4 για το δεύτερο και 2,8 για το τρίτο δεκαήμερο. Το πρώτο δεκαπενθήμερο του Σεπτεμβρίου είχαμε 3,13 θανάτους κατά μέσον όρο την ημέρα. Παρ’ όλα αυτά, η Ελλάδα συνεχίζει να έχει λίγα σχετικά θύματα, καθώς στο τέλος Αυγούστου είχαν καταγραφεί συνολικά 25,14 θάνατοι ανά 1 εκατ. κατοίκους. Ανοδική φάση Οπως τονίζει ο κ. Τούντας, «συγκρίνοντας τα επιδημιολογικά δεδομένα των τελευταίων 45 ημερών με τα αντίστοιχα των μηνών Μαρτίου – Απριλίου, και κυρίως τον αυξανόμενο ρυθμό διασωληνωμένων ασθενών και θανάτων, το συμπέρασμα που προκύπτει είναι πως βρισκόμαστε στην ανοδική φάση ενός δεύτερου κύματος της επιδημίας, το οποίο αναμένεται να διογκωθεί το επόμενο διάστημα και δείχνει ικανό να ξεπεράσει σε μέγεθος το κύμα της άνοιξης. Αρκεί να αναλογιστούμε πως πιθανόν να έχουμε ξεπεράσει τις 100.000 κρούσματα στη χώρα μας, από τα οποία τουλάχιστον 10.000-15.000 είναι ενεργά, ικανά να μολύνουν άλλους τόσους, με το Rο να βρίσκεται κοντά στο 1. Επιπρόσθετα, το άνοιγμα των σχολείων, η μείωση της ηλιοφάνειας και η μεγαλύτερη χρήση κλειστών χώρων λόγω φθινοπώρου, καθώς και οι εποχικές λοιμώξεις του αναπνευστικού, αποτελούν παράγοντες που ευνοούν την περαιτέρω εξάπλωση της επιδημίας». Καταλήγοντας ο καθηγητής επισημαίνει, «για να μην εξελιχθεί το δεύτερο κύμα της επιδημίας σε τσουνάμι με τραγικές συνέπειες, θα χρειαστεί όχι μόνο η αυστηρή εφαρμογή των υφιστάμενων μέτρων αλλά και η λήψη ακόμα πιο αυστηρών, κυρίως σε ό,τι αφορά τη γενικευμένη χρήση της μάσκας και τον περαιτέρω περιορισμό των συναθροίσεων. Θα χρειαστεί, όμως, επίσης να κατανοήσουν οι πάντες πως οι επιδημίες δεν αποτελούν πρωτίστως πρόβλημα της κλινικής ιατρικής, αλλά της Δημόσιας Υγείας. Εκεί όπου, δυστυχώς, η χώρα μας υστερεί σημαντικά». Φωτογραφία: REUTERS Συναγερμός στο ΕΣΥ, εκτίναξη αριθμού ασθενών στις ΜΕΘ Aντιμέτωπο με τη μεγαλύτερη πρόκληση από ιδρύσεώς του βρίσκεται το εθνικό σύστημα υγείας, οι αντοχές του οποίου και η ανταπόκριση των νοσοκομείων στο διογκούμενο κύμα πανδημίας και των εισαγωγών ασθενών εκτιμάται ότι θα βρεθούν «στο κόκκινο».Η πίεση από το δεύτερο κύμα είναι ήδη ιδιαιτέρως αισθητή στα νοσοκομεία, με τους υπευθύνους να δεσμεύουν όλο και περισσότερες κλίνες για την περίθαλψη ασθενών με κορωνοϊό. Η ανησυχία καταγράφεται έντονη, με δεδομένο ότι κλινικές και μονάδες μεγάλων νοσοκομείων με εμπειρία στην αντιμετώπιση περιστατικών COVID-19 έχουν ήδη γεμίσει, σε μια περίοδο μάλιστα που το δεύτερο κύμα δεν έχει ακόμα κορυφωθεί και όλα δείχνουν ότι θα είναι σφοδρότερο από το πρώτο. «Οι μονάδες εντατικής θεραπείας στην Αττική δέχονται πολύ μεγάλη πίεση τις τελευταίες ημέρες και προσπαθούμε συνέχεια να προσθέτουμε κλίνες για τους ασθενείς με COVID-19, εις βάρος όμως των γενικών κλινών ΜΕΘ. Ωστόσο σε αυτή τη φάση δεν μπορούμε να κάνουμε κάτι άλλο. Πρέπει να δώσουμε εκεί το βάρος», σημειώνει στην «Κ» η καθηγήτρια Πνευμονολογίας – Εντατικής Θεραπείας του ΕΚΠΑ και επικεφαλής της Επιτροπής Συντονισμού και Ανάπτυξης ΜΕΘ, Αναστασία Κοτανίδου. Είναι ενδεικτικό ότι στον «Ευαγγελισμό» το βράδυ της Τετάρτης, από τις 24 κλίνες Εντατικής COVID-19, ήταν «κατειλημμένες» οι 21. Συνολικά στα νοσοκομεία της Αττικής είναι δεσμευμένες για τον κορωνοϊό 75 κλίνες Εντατικής  –προστίθενται αυτές τις μέρες άλλες 40– εκ των οποίων την περασμένη Πέμπτη ήταν ήδη «κατειλημμένες» οι 53.  «Η αύξηση στην κάλυψη των κλινών μάς ανησυχεί πολύ», επισημαίνει η κ. Κοτανίδου, και συνεχίζει ότι «υπάρχει η πιθανότητα σε αυτή τη φάση να έχουμε και περισσότερα περιστατικά στις ΜΕΘ απ’ ό,τι είχαμε στην πρώτη φάση της πανδημίας, καθώς δεν έχουμε φτάσει ακόμα στην κορύφωση του κύματος. Δεν αποκλείεται να χρειαστούν και νέα μέτρα στα νοσοκομεία όπως περαιτέρω περιορισμός των σοβαρών χειρουργικών επεμβάσεων που συνήθως απαιτούν τη δέσμευση ΜΕΘ». Για το ενδεχόμενο να δούμε στην Ελλάδα εικόνες νοσοκομείων με τρομακτική πίεση από ασθενείς, όπως αυτές που βίωσαν την άνοιξη άλλες χώρες, η καθηγήτρια τονίζει πως «προσπαθούμε να αποτρέψουμε αυτό το ενδεχόμενο. Από εμάς εξαρτάται. Εάν σοβαρευτούμε όλοι και εφαρμόσουμε τα μέτρα, το κύμα θα σταματήσει εδώ». Γεμίζουν οι κλίνες Η κλινική COVID-19 δυναμικότητας 21 κλινών της Γ΄ Παθολογικής Κλινικής του ΕΚΠΑ στο «Σωτηρία» ήταν η μοναδική που δεν έκλεισε καθόλου καθ’ όλη τη διάρκεια της πανδημίας. «Τον Ιούνιο φτάσαμε να έχουμε μόλις ένα-δύο περιστατικά. Τώρα η κλινική έχει γεμίσει. Στο “Σωτηρία” άνοιξαν άλλες δύο κλινικές COVID-19 αντίστοιχης δυναμικότητας, εκ των οποίων ήδη η μία έχει γεμίσει», σημειώνει στην «Κ» ο καθηγητής και διευθυντής της κλινικής, Κωνσταντίνος Συρίγος.  Οπως τονίζει, «σε αυτή τη φάση βλέπουμε μια αύξηση στον αριθμό των ασθενών και στη διάρκεια της νοσηλείας τους και η οποία έχει επιδημιολογική εξήγηση. Οσοι νοσηλεύονται τώρα είναι συνήθως πιο νέοι και δεν ανήκουν στις ομάδες υψηλού κινδύνου. Για να φτάσουν αυτά τα άτομα να αναπτύξουν συμπτώματα και να χρειαστούν νοσηλεία, σημαίνει ότι έχουν δεχθεί πολύ μεγάλο ιικό φορτίο και χρειάζονται μεγαλύτερο διάστημα θεραπείας. Και γι’ αυτό λέμε ότι πρέπει να τηρούνται τα μέτρα προστασίας από τον ιό. Αυτή η “ασήμαντη” μάσκα μειώνει το ιικό φορτίο το οποίο δεχόμαστε, που σημαίνει εάν μολυνθούμε, έχουμε μεγαλύτερες πιθανότητες να είμαστε ασυμπτωματικοί ή να έχουμε ηπιότερα συμπτώματα».«Πλέον υπάρχει πολύ μεγαλύτερη εμπειρία για τη θεραπεία. Οι ασθενείς από την πρώτη ημέρα λαμβάνουν αγωγή, σε μια προσπάθεια να είναι όσο γίνεται συντομότερη και αποτελεσματικότερη η θεραπεία τους», επισημαίνει ο κ. Συρίγος και προσθέτει ότι «σε αυτή τη φάση θα ήταν λάθος στην προσπάθεια να ανταποκριθεί το ΕΣΥ στην πίεση να ανοίγει σε κάθε νοσοκομείο και μία κλινική COVID-19. Αυτό που πρέπει να γίνει είναι όσες κλινικές έχουν την εμπειρία να στηριχθούν για να αναπτύξουν περισσότερα κρεβάτια». Καταλήγοντας επισημαίνει: «Επιπρόσθετα, είναι ανάγκη να συνεχίσει να έχει το ΕΣΥ μια φυσιολογική λειτουργία για να μην έχουμε παράπλευρες απώλειες από ασθενείς με άλλες σοβαρές παθήσεις. Βλέπουμε σήμερα ασθενείς που είχαν διαγνωστεί με πρώτου σταδίου καρκίνο τον Ιανουάριο και τον Φεβρουάριο και λόγω COVID-19 αμέλησαν να αντιμετωπίσουν το πρόβλημά τους και τώρα νοσηλεύονται με μεταστάσεις». Οι υγειονομικοί Πάνω από 180 εργαζόμενοι σε δημόσια νοσοκομεία έχουν βρεθεί θετικοί στον SARS-CoV-2 τις τελευταίες 45 ημέρες, σύμφωνα με τις καταγραφές της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Εργαζομένων Δημόσιων Νοσοκομείων. Οπως ανέφερε στην «Κ» ο πρόεδρος της ΠΟΕΔΗΝ Μ. Γιαννακός, οι μισοί εξ αυτών φαίνεται ότι μολύνθηκαν κατά την καλοκαιρινή τους άδεια, ενώ περισσότεροι από τους μισούς (περίπου 100) είναι ασυμπτωματικοί. Σύμφωνα με τον ίδιο, το διάστημα από τα τέλη Φεβρουαρίου έως και τον Ιούλιο είχαν νοσήσει περίπου 600 υγειονομικοί. Από τις 10 Αυγούστου όταν και άρχισε να εκδηλώνεται το δεύτερο κύμα της πανδημίας έχουν καταγραφεί μικρές συρροές κρουσμάτων σε νοσοκομεία, με χαρακτηριστικά παραδείγματα το νοσοκομείο ΑΧΕΠΑ, το νοσοκομείο Λάρισας και πιο πρόσφατα το νοσοκομείο Γιαννιτσών. Οπως σημειώνει ο κ. Γιαννακός, «ο έλεγχος των υγειονομικών που επέστρεψαν από άδειες φαίνεται ότι “ξεσκέπασε” ασυμπτωματικά περιστατικά, γεγονός που δείχνει την αναγκαιότητα των προληπτικών μηνιαίων τεστ σε όλο το προσωπικό». Η ΠΟΕΔΗΝ ζητεί τακτικά τεστ στο προσωπικό του ΕΣΥ, βελτίωση των μέσων ατομικής προστασίας, και επταήμερη καραντίνα σε κάθε εργαζόμενο που έχει εκτεθεί στον ιό. Let's block ads! (Why?)

Η Ελλάδα σηκώνει βάρη, η Ε.Ε. σφυρίζει αδιάφορα

Το πρόβλημα της ανισοκατανομής των βαρών που αφορούν την αντιμετώπιση του μεταναστευτικού/προσφυγικού θέματος ανάμεσα στα κράτη-μέλη, αναδείχθηκε για ακόμα μία φορά με τον πλέον σαφή τρόπο, όταν ξέσπασε η πυρκαγιά που κατέστρεψε το κέντρο υποδοχής και ταυτοποίησης (ΚΥΤ) στη Μόρια της Λέσβου.  Λίγες ημέρες πριν από την επίσημη ανακοίνωση της πρότασης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για το νέο Ευρωπαϊκό Σύμφωνο Μετανάστευσης και Ασύλου –προβλέπεται να δημοσιοποιηθεί στις 23 Σεπτεμβρίου– τα στοιχεία δείχνουν ότι η Ελλάδα σηκώνει εδώ και πολλά χρόνια ένα δυσανάλογο βάρος, τόσο όσον αφορά τα αιτήματα ασύλου που δέχεται και επεξεργάζεται όσο και τον αριθμό των αιτούντων άσυλο που κατά συνέπεια φιλοξενεί. Πάντως, ο αναπληρωτής υπουργός Μετανάστευσης και Ασύλου Γιώργος Κουμουτσάκος τονίζει σχετικά ότι η πρόταση της Επιτροπής αποτελεί «βάση διαπραγμάτευσης». Ωστόσο, για εμάς δεν αρκεί να επικαλούμαστε την αλληλεγγύη στα λόγια, αλλά έχει μεγάλη σημασία το είδος και το μέγεθος αυτής της αλληλεγγύης.  Το πρώτο τρίμηνο του 2020, οι 27 χώρες της Ευρωπαϊκής Ενωσης υποδέχθηκαν συνολικά 150.250 αιτήματα ασύλου, δηλαδή 336 αιτήματα ανά εκατομμύριο πληθυσμού. Το μεγαλύτερο ποσοστό των αιτούντων στην Ευρώπη προέρχεται από τη Συρία, 19.290 άτομα και ποσοστό 13% των αιτούντων, και ακολουθεί το Αφγανιστάν με 14.875 άτομα ποσοστό 10% των αιτούντων και 13.035 άτομα από τη Βενεζουέλα, ποσοστό 9%. Πρέπει να σημειωθεί ότι πρόκειται για ένα χρονικό διάστημα όπου οι μεταναστευτικές αφίξεις είναι μειωμένες σε σχέση με άλλους μήνες του έτους λόγω κυρίως του καιρού που δεν διευκολύνει τις μετακινήσεις.   Τα πρωτεία στον αριθμό των αιτήσεων ασύλου στην Ευρωπαϊκή Ενωση έχουν τέσσερις χώρες: η Ισπανία όπου 36.565 άτομα κατέθεσαν αίτημα ασύλου, η Γερμανία όπου κατέθεσαν αίτημα ασύλου 32.320 άτομα, η Γαλλία, οι υπηρεσίες της χώρας υποδέχθηκαν 28.095 αιτήσεις το πρώτο τρίμηνο του χρόνου, και η Ελλάδα που δέχθηκε 20.040 νέα αιτήματα ασύλου στο ίδιο χρονικό διάστημα. Σε αυτήν την κατάταξη η Ελλάδα φαίνεται να έρχεται 4η σε απόλυτους αριθμούς, στην πραγματικότητα όμως το βάρος που έχει επωμιστεί είναι τεράστιο σε σχέση με τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες ακόμα και εκείνες που είναι στην πρώτη γραμμή, καθώς είναι χώρες πρώτης υποδοχής όπως η Ισπανία και η Ιταλία. Ενδεικτικά η Ιταλία το ίδιο χρονικό διάστημα δέχθηκε 6.840 αιτήματα ασύλου.  Η μεγάλη επιβάρυνση της Ελλάδας αναδεικνύεται από την αναλογία αιτήσεων ασύλου σε σχέση με τον πληθυσμό της χώρας όπως προκύπτει από τα στοιχεία της Eurostat: Ετσι η Ισπανία το πρώτο τρίμηνο του 2020 υποδέχθηκε 779 αιτήματα ασύλου ανά εκατομμύριο πληθυσμού, η Γερμανία 389 ανά εκατομμύριο, η Γαλλία 419 ανά εκατομμύριο και η Ελλάδα 1.869 αιτήματα ασύλου ανά εκατομμύριο. Φυσικά και η οικονομική κατάσταση και το ΑΕΠ των συγκεκριμένων χωρών δεν συγκρίνονται με αυτό της Ελλάδας, γεγονός που παίζει ρόλο στον διαμοιρασμό των προσφυγικών βαρών στο πλαίσιο της αλληλεγγύης. Φυσικά αν λάβουμε υπόψη μας ότι περισσότερο από το 1/3 των αιτημάτων ασύλου στην Ελλάδα κατατίθεται στα ΚΥΤ των νησιών όπου οι αιτούντες παραμένουν υποχρεωτικά έως ότου να εξεταστεί το αίτημά τους, γίνεται αντιληπτό ότι η αναλογία σε σχέση με τον πληθυσμό σε πραγματικές συνθήκες είναι ακόμα μεγαλύτερη όπως και η επιβάρυνση για τις τοπικές κοινωνίες. Την ίδια στιγμή βέβαια πολλές ευρωπαϊκές χώρες παραμένουν πλήρως αμέτοχες και μακριά από το πρόβλημα με κάθε τρόπο. Ενδεικτικά, η Ουγγαρία το πρώτο τρίμηνο του 2020 δέχθηκε 50 αιτήματα ασύλου, η Εσθονία 15 αιτήματα, η Λετονία 45, η Λιθουανία 50, η Τσεχία 215 και η Πολωνία 570.  Το 2019 Λόγω της γεωγραφικής της θέσης, ως χώρα πρώτης υποδοχής προσφύγων και μεταναστών, η Ελλάδα δεν έχει εκ των συνθηκών δικαίωμα επιλογής όσον αφορά τις μεταναστευτικές αφίξεις και τα αιτήματα ασύλου που υποδέχεται. Πολύ περισσότερο καθώς βάσει του Κανονισμού του Δουβλίνου –ο οποίος έχει καταστεί ανενεργός χωρίς ωστόσο και να έχει καταργηθεί– αλλά και άλλων συμφωνιών όπως η κοινή δήλωση Ε.Ε-Τουρκίας απαγορεύεται η μετακίνηση σε άλλη χώρα μεταναστών που φτάνουν στην Ελλάδα. Αντίθετα, πολλά άλλα κράτη-μέλη κρατώντας τα σύνορά τους κλειστά για αιτούντες άσυλο, μπορούν να προσφέρουν «αλληλεγγύη» δίνοντας υλικά ή και χρήματα στην Ελλάδα για να τα βγάλει πέρα με το «πρόβλημα».  Η Ελλάδα σηκώνει το μεγάλο βάρος του προσφυγικού κύματος προς την Ευρώπη εδώ και αρκετά χρόνια. Το 2019, 612.700 αιτούντες άσυλο υπέβαλαν αίτημα διεθνούς προστασίας στα 27 κράτη-μέλη της Ε.Ε. Μάλιστα, την περασμένη χρονιά για πρώτη φορά μετά το 2015, τα αιτήματα ασύλου που υποβλήθηκαν σημείωσαν αύξηση της τάξεως του 12% σε σχέση με το 2018. Πρώτη χώρα προορισμού για αιτούντες άσυλο το 2019 η Γερμανία, που κατέγραψε 142.400 αιτούντες και ακολουθούν η Γαλλία 119.900 αιτούντες, η Ισπανία 115.200 αιτούντες, η Ελλάδα 74.900 αιτούντες. Αξίζει να σημειωθεί, επίσης, ότι περισσότερο από τα τρία τέταρτα των αιτούντων άσυλο στην Ε.Ε. το 2019 (ποσοστό 77,3%) ήταν κάτω των 35 ετών, ενώ το 47% ανήκε στο ηλικιακό γκρουπ των 18-34 ετών. Το 61,9% όσων αιτήθηκαν άσυλο ήταν άνδρες και το 38,1% γυναίκες. Τέλος, αίτημα ασύλου στην Ε.Ε. κατέθεσαν 14.100 ασυνόδευτοι ανήλικοι το 2019. Ασυλο δύο «ταχυτήτων» Τα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ενωσης δεν αντιμετωπίζουν με ενιαίο τρόπο τα αιτήματα ασύλου που υποδέχονται, με αποτέλεσμα οι αιτούντες να μπαίνουν στον «πειρασμό» να διαλέξουν το κράτος όπου έχουν και τις μεγαλύτερες πιθανότητες να λάβουν προστασία. Ετσι, το 2019 θετική έκβαση για τον αιτούντα είχε το 38% των πρωτοβάθμιων αιτήσεων που εξετάστηκαν συνολικά σε όλη την Ε.Ε. Υψηλά ποσοστά θετικών αποφάσεων είχαν η Ισπανία (66,2% των αιτήσεων που εξετάστηκαν) και ακολουθούν το Λουξεμβούργο (56,7%), η Αυστρία (53,5%) και η Ελλάδα (53,1%). Το μεγαλύτερο ποσοστό απορρίψεων των αιτημάτων ασύλου σε πρώτο βαθμό έχει η Ουγγαρία που απάντησε αρνητικά σχεδόν στο 90% των αιτημάτων. Χαμηλό ποσοστό αναγνώρισης προσφυγικής ιδιότητας και πάντως κάτω από 20% έχουν επίσης η Ιταλία, η Κροατία, η Πολωνία και η Τσεχία. Μετά την απόρριψη σε πρώτο βαθμό οι αιτούντες έχουν δικαίωμα προσφυγής.  Let's block ads! (Why?)

Μόρια: Η μαρτυρία – κλειδί και το βίντεο στο Facebook

Στις 9 το βράδυ της 8ης Σεπτεμβρίου, μέλη μη κυβερνητικών οργανώσεων που δραστηριοποιούνται στο κέντρο υποδοχής και ταυτοποίησης της Μόριας, ύστερα από  συνεννόηση με τον διοικητή της δομής και τον επικεφαλής της αστυνομικής φρουράς, ανέλαβαν να εντοπίσουν στη «ζώνη 8» του καταυλισμού 35 ασθενείς με κορωνοϊό και 80 συγγενείς τους προκειμένου να τους μεταφέρουν για καραντίνα σε περιφραγμένο χώρο (πρώην Κάβα «Σάντο»), 300 μέτρα από το ΚΥΤ. Οι κινήσεις των μελών της ΜΚΟ έγιναν αντιληπτές από Αφγανούς, που επίσης βρίσκονταν στη ζώνη 8 του καταυλισμού. Περίπου 200 περικύκλωσαν τους εθελοντές και απαίτησαν την αποχώρησή τους, ενώ γρήγορα η ένταση κλιμακώθηκε, με τους αλλοδαπούς να πετούν πέτρες στους εθελοντές τραυματίζοντάς τους και υποχρεώνοντάς τους σε φυγή.  Μία ώρα αργότερα και ενώ στο σημείο είχαν σπεύσει αστυνομικοί με εντολή να εξομαλύνουν την κατάσταση, η ένταση γενικεύτηκε. Αφγανοί από τη ζώνη 9 του καταυλισμού κατέστρεψαν περιοχή καραντίνας που διαχειριζόταν η ΜΚΟ «Refugees for Refugees» και «απελευθέρωσαν» 81 ασθενείς που ήταν σε καραντίνα. Στις 11 μ.μ. οι εξεγερμένοι Αφγανοί από τις ζώνες 8 και 9, συνολικά 500 άτομα, ενώθηκαν και κινήθηκαν προς τον χώρο καραντίνας εξωτερικά του ΚΥΤ (πρώην κτίριο της Κάβας «Σάντο»), όπου δύο ώρες νωρίτερα είχε γίνει προσπάθεια να μεταφερθούν οι 35 νέοι ασθενείς με COVID- 19. Αναψαν φωτιές περιμετρικά του κτιρίου όπως και στον ελαιώνα ακριβώς δίπλα, οι οποίες λόγω του ισχυρού αέρα εξαπλώθηκαν.  Ετσι ξεκίνησαν τη νύχτα της 8ης Σεπτεμβρίου, τα γεγονότα που οδήγησαν στην ολοσχερή καταστροφή της δομής στη Μόρια. Από επίσημα έγγραφα και υπηρεσιακές αναφορές που τέθηκαν υπόψη της «Κ» προκύπτει ότι λίγο πριν από τα μεσάνυχτα εκείνης της νύχτας Αφγανοί έστησαν αυτοσχέδια οδοφράγματα έξω από τη βόρεια πύλη του καταυλισμού με φλεγόμενους κάδους απορριμμάτων και χημικές τουαλέτες. Λίγο αργότερα, Αφγανοί από τις πτέρυγες ανηλίκων επιτέθηκαν στους αστυνομικούς και βανδάλισαν τα γραφεία της υπηρεσίας Πρώτης Υποδοχής, ενώ στην πορεία της νύχτας 200 αλλοδαποί κατέστρεψαν τις εγκαταστάσεις της υπηρεσίας Ασύλου και της Υπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ, που βρίσκονταν εντός του ΚΥΤ.  Λόγω της φωτιάς δόθηκε εντολή πλήρους εκκένωσης του ΚΥΤ, με τους τρόφιμους της δομής να κινούνται κατά μήκος της οδού Θερμής – Παναγιούδας, μέχρι τη θέση «Ταμπακαριά», όπου η αστυνομία έστησε μπλόκο προκειμένου να μην επιτρέψει στους αλλοδαπούς να φτάσουν στην πόλη της Μυτιλήνης.   Η φωτιά περιορίστηκε το επόμενο πρωί, έχοντας όμως προηγουμένως καταστρέψει το σύνολο σχεδόν των σκηνών και οικισμών, όπου διέμεναν οι αλλοδαποί καθώς επίσης και τις εγκαταστάσεις των υπηρεσιών Πρώτης Υποδοχής και Ασύλου, της ΕΛ.ΑΣ., της Europol και της Υπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ.  Μάλιστα,  άτομα που με το πρώτο φως της ημέρας επέστρεψαν στο ΚΥΤ, μαζί με αλλοδαπούς που αναζητούσαν προσωπικά αντικείμενα τα οποία ενδεχομένως είχαν διασωθεί, έβαλαν νέες φωτιές με αποτέλεσμα την ολοσχερή καταστροφή της δομής.  Μετά τη λήξη των επεισοδίων συγκροτήθηκε από την ΕΛ.ΑΣ. ειδική ομάδα έρευνας στην οποία συμμετείχαν αστυνομικοί από την Ασφάλεια Μυτιλήνης, την Αντιτρομοκρατική, την Υποδιεύθυνση Κρατικής Ασφάλειας Αττικής για την ταυτοποίηση ατόμων που συμμετείχαν στα γεγονότα. Την έρευνα συνέδραμε η ΕΥΠ, ενώ την επομένη της καταστροφής μετέβη στη Λέσβο και ο υπουργός Προστασίας του Πολίτη Μιχάλης Χρυσοχοΐδης, για τον καλύτερο συντονισμό των αστυνομικών επιχειρήσεων. Παρέμενε μάλιστα στο νησί μέχρι προχθές, Παρασκευή.  Στο πλαίσιο της έρευνας, αστυνομικοί συγκέντρωσαν βίντεο που είχαν δημοσιευθεί στα ΜΜΕ και τα social media, ενώ εξέτασαν αλλοδαπούς, αυτόπτες μάρτυρες των επεισοδίων. Η μαρτυρία «κλειδί» που επιτάχυνε τις εξελίξεις ήταν αυτή του 42χρονου εκπροσώπου της κοινότητας των Αφγανών του ΚΥΤ. Είπε στους αστυνομικούς ότι μια ομάδα, τουλάχιστον δεκαπέντε νεαρής ηλικίας Αφγανών, από τη ζώνη 12 του καταυλισμού προχώρησε σε εμπρησμούς και κατονόμασε πέντε από τους ομοεθνείς του, οι οποίοι και συνελήφθησαν. Ο έκτος συλληφθείς αναγνωρίστηκε σε βίντεο διάρκειας 1,5 λεπτού, που αναρτήθηκε το πρωί της 10ης Σεπτεμβρίου σε προφίλ στο Facebook. Σε αυτό, ένας νεαρός άνδρας εμφανίζεται να βάζει φωτιά σε θάμνους χρησιμοποιώντας ένα αναμμένο κομμάτι από χαρτόνι. Τη στιγμή της σύλληψής του μάλιστα, ήταν ντυμένος με τα ίδια ακριβώς ρούχα που φορούσε στο επίμαχο βίντεο από τη νύχτα του εμπρησμού.  Η δικογραφία Οι τέσσερις από τους συνολικά έξι κατηγορουμένους είναι ηλικίας 19 ετών και συνελήφθησαν στη Λέσβο. Οι άλλοι δύο είναι ηλικίας 17 ετών και εντοπίστηκαν σε δομές φιλοξενίας στην Κατερίνη και τη Θεσσαλονίκη, όπου είχαν μεταφερθεί την επομένη της καταστροφής στη Μόρια μαζί με πάνω από 200 ακόμα ασυνόδευτους ανήλικους. Εις βάρος τους σχηματίστηκε δικογραφία, μεταξύ άλλων, για συγκρότηση εγκληματικής οργάνωσης και  εμπρησμό. Οι τέσσερις ενήλικες ήταν προγραμματισμένο να απολογηθούν χθες στον ανακριτή Μυτιλήνης.  Οι ανήλικοι Αφγανοί αντίστοιχα, αναμένεται να δώσουν απολογία στην αρχή της ερχόμενης εβδομάδας. Στις προανακριτικές τους απολογίες πάντως αρνήθηκαν ότι συμμετείχαν στα γεγονότα. Η έρευνα της Ελληνικής Αστυνομίας συνεχίζεται για την ταυτοποίηση και άλλων αλλοδαπών που πήραν μέρος στον εμπρησμό του καταυλισμού της Μόριας, ενώ γίνεται προσπάθεια να βρεθούν τυχόν «ύποπτες» επικοινωνίες των έξι συλληφθέντων, τις ώρες πριν από την εκδήλωση των επεισοδίων στο ΚΥΤ.  Let's block ads! (Why?)

Give peace a chance: No to armed conflict, yes to political solu

The combat against the global pandemic has put into question our daily activities, the capacity of our health systems and our resilience to adapt and endure change. It has demonstrated the scale of our interdependence in a globalised world, making us understand that what affects others has an impact inside our borders.The continuation of ongoing armed conflicts and the eruption of new conflicts violates international norms and reduces the space for dialogue. In the face of a common enemy, it is more important than ever to ensure the protection of citizens and to allow health professionals to do their work. The outbreak of COVID-19 also exposes more fragilities across the globe, highlighting differences in societies, as well as putting into question the role of multilateralism. “The current crisis is shaking the foundations of our societies and exposing the vulnerabilities of the most fragile countries. It has the potential to deepen existing conflicts and generate new geopolitical tensions. It is a reminder that peace, democracy and prosperity must constantly be nurtured, expanded, and made more inclusive”, the High Representative/Vice President Josep Borrell has stated on the occasion of the 75th anniversary of the end of the Second World War on European soil. The EU on the frontline of peace promotion Protecting international peace and security has been on the agenda of the European Union since its foundation. The EU was created on the grounds of a post-war European continent and as a peace project in itself, made possible through concerted dialogue as the only alternative to armed conflict. The European Union and its Member States are engaged in all conflict theatres to assist resolution and raise awareness for prevention of conflict and promotion of peace in the United Nations Security Agenda. It is through multilateralism that we are capable of enforcing respect for common international norms and mitigate conflict-relations. As a global actor, the European Union assumes its responsibility for the promotion of peace, set on three interlinked essential pillars: peace building, conflict prevention, and mediation and dialogue. 1. Peace buildingPeace building involves the use of all of the tools and instruments of the EU to address the underlying factors contributing to violent conflicts. The EU counts on peace building activities in several parts of the globe. The EU is the UN largest partner and aid donor: the EU and its Member States provide almost a third of the contributions to the United Nations’ budget, to its funds and agencies. The EU is also able to employ its wide array of external assistance instruments in support of conflict prevention and peace building. 2. Conflict prevention Preventing the escalation to conflict situations is key to save populations from the impact of armed conflict, which cause immense human suffering and come at a huge economic and social cost. The EU’s external action for the prevention of conflict is based on early identification of risks of violent conflict, improved understanding of conflict situations, enhanced identification of the range of options for EU action and conflict-sensitive programming of external assistance. As a concrete example, the EU Conflict Early Warning System is a risk management tool designed to close the gap between early warning and early action by engaging EU staff across headquarters and in-country, in a joint assessment process that leads to specific recommendations and follow-up for action. 3. Mediation and Dialogue Peace Mediation is an essential part of the EU’s on-the-ground preventive diplomacy, since the adoption of the 2009 EU Concept on Strengthening EU Mediation and Dialogue Capacities.The effectiveness and cost efficiency of mediation is incontestable and the EU is enhancing its mediation capacity to be more systematic and strategic in its approach to mediation activities. To achieve this goal and reinforce its capacities, the EEAS is updating the EU Mediation Concept in 2020, and developing guidelines to support EU mediators and implementing partners. The EU engages in a range of mediation roles to support peace processes by for example leading mediation acting as a third party, opening up and facilitating spaces for dialogue, supporting mediation efforts of others through capacity building, training, coaching, logistical support, expertise, mediation opportunities assessments and options for engagements. A selected team provides expertise with regard to mediation and mediation support activities. The Mediation Support Team (MST) promotes the use of mediation and dialogue as a tool of first response to emerging and ongoing crisis. Actors such as EU Special Representatives, Heads of Delegations, our Mediation Support Team and EEAS mediators are engaged in mediation efforts, alongside EU Common Security and Defence Policy (CSDP) missions. These efforts range from high political level mediation meetings to political facilitation, training and capacity building, provision of expertise and the designing of specific confidence building measures that can assist conflict setllement. The EU is also, through its partners working on the ground, and particular women and youth active in dialogue processes involving civil society organisations at grassroots levels, in particular through the Instrument contributing to Stability and Peace (IcSP). Adapting our actions Actions on the ground may take different shapes and forms. The promotion of peace relies heavily on national, regional and local contexts. Today that is even truer, when coming out to the streets may increase the risk of COVID-19 contamination. To mark the day, the EU Delegation in Sudan is organising an online concert, gathering 14 young Sudanese musicians. It is a moment to celebrate their ideas, dreams and their use of music and arts to call for peace in Sudan and the world and rejecting all kinds of violence. High Representative Josep Borrell sees this as the time to reinforce our commitments to peace and security: “This is an opportunity to revitalise the peace and security agenda in terms of conflict prevention, peacebuilding, and strengthening of peacekeeping. We must guarantee humanitarian access to vulnerable populations and we must ensure effective global action on new security threats, including those that use cyber technologies. In all this, we must safeguard the fundamental freedoms and rights of our citizens.” It is clear that joint work is now more important than ever. Combatting a virus that knows no borders should not be accompanied by armed conflict. The EU takes its responsibility in the promotion of multilateralism, a system built on common international norms, and on activity on the ground to prevent the eruption of armed conflict events. Let's block ads! (Why?)

Media advisory – Foreign Affairs Council of 21 September 2020

Your request will be handled by the Press Office of the General Secretariat of the Council in accordance with the provisions of Regulation (EC) No 45/2001 on the protection of individuals with regard to the processing of personal data by the Community institutions and bodies and on the free movement of such data. Your data will be stored in the database until you unsubscribe from the service. Certain data (name, e-mail address, preferred language, media name, media type) may be disclosed to the press offices of the European institutions, the Permanent Representations of the Member States and to European Union agencies, under the conditions laid down in Articles 7 and 8 of Regulation 45/2001. If there is data which you would not like to be stored, please let us know at: [email protected] Let's block ads! (Why?)

Υπουργείο Υγείας 1970-01-01 03:00:00

20/09/2020 Η σκέψη και η μέριμνα του Πρωθυπουργού και της Κυβέρνησης βρίσκεται αυτή την ώρα στους πληγέντες συμπολίτες μας στην Περιφέρεια Θεσσαλίας και στην Περιφέρειας Στερεάς Ελλάδας.Στο πλαίσιο του αγώνα για την ανακούφισή τους, η Υφυπουργός Υγείας Ζωή Ράπτη μεταβαίνει αύριο στην Καρδίτσα, μαζί με κλιμάκιο ψυχολόγων, για την ψυχολογική και ψυχοκοινωνική στήριξη όσων επλήγησαν και των οικογένειών τους.Παράλληλα, για τον ίδιο σκοπό, κλιμάκια ψυχολόγων μεταβαίνουν αύριο στις πληγείσες περιοχές των Π.Ε. Λάρισας και Π.Ε. Φθιώτιδας.Τα κλιμάκια θα παρέχουν τις υπηρεσίες τους, για όσο διάστημα χρειαστεί. Διαβάστε επίσης Let's block ads! (Why?)

Strengthening EU-ASEAN partnership, an urgent necessity

With its ten member states, this association, founded in 1967, now has a population of 650 million inhabitants, more than the 450 million of the European Union. In 2018, the combined GDP of the ASEAN has been $3 trillion, compared with $16 trillion for the European Union. The gap remains significant, but the economic growth experienced by the region has been very rapid in recent years: in 2000, the combined GDP of the 10 ASEAN member countries represented only $600 billion, so it has grown five times in less than 20 years... A very rapid economic growth The ASEAN countries have benefited in particular from the growing desire of many economic actors, whether Chinese or Western, to find places outside China, but in its vicinity, to set up production facilities or to find subcontractors in sectors such as textiles, electronics or automobile equipment. Less integration than in the European Union The degree of integration of ASEAN is, however, hardly comparable for the moment with that of the European Union: unanimity remains the basic rule in all domains for decision making and the means available to the organisation's central bodies are still very limited. However, this could change under the impact of both the current crisis and the growing strategic rivalry between the United States and China. “The shock of the COVID-19 crisis remains very strong in the ASEAN region. Especially since the social protection systems are still limited in those countries.” The health crisis as such has been quite well managed by the ASEAN countries. However, the current economic crisis is expected to lead this year to a recession estimated at 2.6% of GDP in the region and unemployment is rising rapidly. Important sectors such as textiles, international tourism and automotive equipment sub-contracting are severely affected. The recession is indeed less severe than in Europe, but in a region where GDP grew by an average of 5.3 per cent per year between 2000 and 2018, the shock remains very strong. Especially since the social protection systems are still limited in those countries. 11 million people are at risk of falling into poverty this year in the ASEAN. “Europe has mobilised over €800 million through the Team Europe initiative to help the ASEAN region to cope with the COVID-19 crisis, more than any other partner of the region." Like in Europe, responses to the health crisis have started mainly on a national basis within ASEAN. However, in April ASEAN leaders announced the setting up of a COVID-19 Response Fund, an ASEAN Regional Reserve of Medical Supplies for Public Health Emergencies as well as consular assistance to ASEAN nationals. The European Union has not remained inactive to help the region to face that crisis. In ASEAN alone, we mobilised over €800 million through the Team Europe initiative, more than any other partner of the region. Vaccine security, a battleground for influence in the region The only viable exit strategy of the health crisis is a vaccine and that is the reason why vaccine security has become a new battleground for influence in the region. In August, China inked a deal with Indonesia for the supply of 40 million doses of vaccine from November 2020. Some days later, the Chinese Premier told the leaders of Cambodia, Laos, Myanmar, Thailand and Vietnam that China would provide them priority access to COVID-19 vaccines. Philippines' leader Duterte also claims that Beijing promised him an early vaccine. In parallel, a new US-ASEAN Health Futures initiative was launched last April focusing on joint research and health capacity, but the ASEAN disapproved of Washington’s decision to withdraw from the World Health Organisation. For our part, we chose a multilateral response: the EU is mobilising €400 million in guarantees to support the COVAX initiative for a global supply of vaccines for citizens across the world, in poor and rich countries. We have proposed during our meeting that experts from EU and ASEAN get together to see how best we can cooperate on vaccine security. Reboot the economy The second priority for ASEAN, as for Europe, is of course to reboot the economy. US-China tensions and the pandemic will have long-term repercussions for ASEAN. US-China decoupling in high-tech and telecommunications, banking and finance could force Southeast Asian countries to make tough choices. Meanwhile the disruptions of the global value chain heavily hit manufacturing in ASEAN countries, forcing them to reflect on their positioning. On the other hand, countries such as Thailand, Vietnam, Indonesia, and the Philippines are hoping to benefit from the diversification away from China. Japan effectively encourages this trend, heavily subsidising domestic manufacturers to transfer their overseas production bases from China to Southeast Asia. “Having been the number one source of Foreign direct investment (FDI) in ASEAN over many years, the EU is committed to stepping up our economic partnership to speed up recovery.” Having been the number one source of Foreign direct investment (FDI) in ASEAN over many years, the EU is committed to stepping up our economic partnership. That means first to pursue our trade agenda: the free trade agreements between the EU and Singapore and Vietnam have entered into force last year and despite the impact of Covid-19, Singapore was able to export 12% more to us in the first six months after that. The EU is negotiating agreements with other ASEAN countries and we should pursue these with renewed urgency. Building up on our numerous EU-ASEAN programmes In parallel, we will build on our numerous EU-ASEAN programmes to facilitate trade and integration to speed up economic recovery. The launching of the EU-supported ASEAN Customs Transit System later this year is one example. We look also forward to finalise an Air Transport Agreement with ASEAN as soon as possible. The agreement would be the first of its kind, creating the world's biggest aviation market for over one billion people. The EU cumulatively contributes also 50% of the €1.2 billion ASEAN Catalytic Green Finance Facility. An immediate common objective should be to establish an EU-ASEAN energy dialogue to tap into the potential of sustainable connectivity and the green recovery. But the focus of ASEAN countries is not only on COVID-19 and recovery. Nowhere is the US-China rivalry more striking than in the South China Sea. Over the past few months, China challenged the territorial waters of its neighbours and intensified military activity. “Around 40% of the EU’s foreign trade goes through the South China Sea. The EU cannot allow countries to undermine international law and maritime security in that area.” The EU cannot allow countries to unilaterally undermine international law and maritime security in the South China Sea. Any disruption or instability affects trade flows for everyone: around 40% of the EU’s foreign trade goes through the South China Sea. “The EU looks forward to the conclusion of the talks on a substantive and legally binding Code of Conduct in the South China Sea between ASEAN and his neighbours.” All parties should refrain from the threat or use of force and from any provocative actions. Instead, they should resolve disputes through peaceful means, such as the dispute settlement mechanisms under the United Nations Convention on the Law of the Sea (UNCLOS). We look forward to the conclusion of the talks on an effective, substantive and legally binding Code of Conduct in the South China Sea between ASEAN and his neighbours, which should not prejudice the interests of third parties. Asian security is closely linked to European security Asian security is closely linked to European security. That’s why, for example, we are working with our ASEAN partners to deploy counterterrorism advisors in several of our European Union Delegations across Asia. Last year, the EU signed also an agreement on Vietnam’s participation in our European military and civilian missions, which are deployed from the Indian Ocean to Africa. I hope it will be the first of many with our friends in ASEAN, because our missions do not only serve European interests. They serve the interest of peace and security in some of the most troubled parts of the world. The US-China economic and geopolitical rivalry is making ASEAN increasingly uncomfortable. ASEAN does not want to be forced to align to any one partner. Instead, ASEAN swears by its own "centrality" which has long allowed the organisation to be the platform of choice for economic and security diplomacy. ASEAN adopted last year an "Outlook on the Indo-Pacific" built around four pillars – maritime security, connectivity, the Sustainable Development Goals, and economic cooperation - to assert the position of the association as the conduit for cooperation in the whole region. The EU will have also to work more in depth on his own Indo-Pacific policy in the near future. The German government recently adopted Indo-Pacific Guidelines, a useful contribution for that purpose. The significance of the Regional Comprehensive Economic Partnership Agreement (RCEP) In this context, the planned signature of the Regional Comprehensive Economic Partnership Agreement (RCEP), negotiated since 2012 with China, Japan, Korea, Australia and New Zealand at the ASEAN Summit next November has much gained in significance. Despite India dropping out the agreement, the signing of RCEP will be for ASEAN a major statement in favour of its own “centrality” and of an open multilateral trade system. To summarise, while others choose to undercut multilateralism, ASEAN – like the EU – wants to ensure that trading systems and security are governed by rules and based on international agreements, not on the idea that “might makes right”. And neither ASEAN nor the EU are ready to become part of any “sphere of influence.” “ASEAN will always find in the EU a trustworthy, reliable and predictable partner. We have only a clear and public agenda: to defend the rules-based international system. ” Therefore I gave to my counterparts and to the public in the region the strong message that they will always find in the European Union a trustworthy, reliable and predictable partner. We have no hidden agenda, only a clear and public one: to defend the rules-based international system. And we share with ASEAN the special responsibility to uphold the global, multilateral order. The EU-ASEAN partnership is no longer a luxury but a necessity. Let's block ads! (Why?)

Iran/US: Statement by High Representative Josep Borrell, Coordin

I take note of the US announcement of 19 September regarding the so-called UN sanctions “snapback mechanism” under the UN Security Council resolution 2231.As recalled in my statement of 20 August, as well as in the Chair’s statement following the JCPOA Joint Commission on 1 September 2020, the US unilaterally ceased participation in the JCPOA by presidential Memorandum on 8 May 2018 and has subsequently not participated in any JCPOA-related activities. It cannot, therefore, be considered to be a JCPOA participant State and cannot initiate the process of reinstating UN sanctions under the UN Security Council resolution 2231. Consequently, sanctions lifting commitments under the JCPOA continue to apply. As coordinator of the JCPOA Joint Commission I will continue to do everything possible to ensure the preservation and full implementation of the JCPOA by all. The JCPOA remains a key pillar of the global non-proliferation architecture, contributing to regional and global security as it addresses Iran’s nuclear programme in a comprehensive manner. I call on all to do their utmost to preserve the agreement and to refrain from any action that could be perceived as an escalation in the current situation. Let's block ads! (Why?)

Κοροναϊός : Τα παράπλευρα… οφέλη – Πώς τα lockdown επηρέασαν τη γρίπη

Κάθε χειμώνα, από το Μάιο μέχρι τον Οκτώβριο, δεκάδες χιλιάδες Αυστραλοί και Νεοζηλανδοί καλούνται να απαντήσουν για το πώς αισθάνονται.Συγκεκριμένα, οι κυβερνήσεις των δύο χωρών ρωτούν τους πολίτες τους μέσα από εβδομαδιαίες έρευνες αν έχουν βήχα ή πυρετό.Αν και το 2020 ήταν μια δύσκολη χρονιά, αυτό δεν ισχύει απαραιτήτως και για την υγεία τους. Φέτος το χειμώνα μόλις το 0,4% των πολιτών των δύο χωρών δήλωσε ότι βίωσε συμπτώματα γρίπης, σε σχέση με τα τέσσερα πέμπτα που είχαν περάσει έστω κάποιο κρύωμα την περασμένη χρονιά.Και σε άλλες χώρες του νοτίου ημισφαιρίου παρατηρήθηκε η ίδια επιβράδυνση στην εξάπλωση της γρίπης.Πώς επηρέασαν τη γρίπη τα lockdownΗ αιτία αυτής της ραγδαίας μείωσης των λοιμώξεων είναι προφανής.Οι κυβερνήσεις σε όλον τον κόσμο επέβαλαν επώδυνα lockdown για να νικήσουν το νέο κοροναϊό.Με αυτόν τον τρόπο οι χώρες του νοτίου ημισφαιρίου δεν κατάφεραν απλώς να επιβραδύνουν τη δική του εξάπλωση, αλλά και εκείνη μιας άλλης φονικής ασθένειας: της γρίπης.Από το 1952 ο ΠΟΥ καταγράφει τα κρούσματα γρίπης στα κράτη-μέλη του, στηριζόμενος σε τοπικά συνεργαζόμενα εργαστήρια που αναφέρουν τον αριθμό και τον τύπο των ιών που εντοπίζουν.Τις πρώτες δύο εβδομάδες του Αυγούστου ο ΠΟΥ επεξεργάστηκε σχεδόν 200.000 τεστ γρίπης, και εντόπισε μόνο 46 θετικά.Σε μια κανονική χρονιά, ο αριθμός θα κυμαινόταν περίπου στις 3.500.Είναι αξιόπιστα τα στοιχεία;Μια λογική ανησυχία που προκύπτει από αυτό είναι ότι η κατακόρυφη πτώση των κρουσμάτων δεν προκύπτει από πραγματική μείωση των λοιμώξεων, αλλά από την περιορισμένη δυνατότητα για τεστ σε μια χρονιά όπου τα συστήματα υγείας δέχονται ισχυρές πιέσεις.Ευτυχώς, δεν ισχύει κάτι τέτοιο.Τα στοιχεία του ΠΟΥ είναι ελεύθερα προσβάσιμα για έξι χώρες του νοτίου ημισφαιρίου: την Αυστραλία, την Αργεντινή, τη Νότια Αφρική, την Παραγουάη, τη Νέα Ζηλανδία και τη Χιλή.Ο συνολικός αριθμός τεστ για τη γρίπη έχει μειωθεί μόλις κατά 20%, ενώ το ποσοστό των θετικών τεστ έχει καταποντιστεί σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα.Τα στοιχεία της Αυστραλίας παρουσιάζουν μια αξιοσημείωτη εξέλιξη.Από το Μάιο μέχρι τον Αύγουστο των ετών 2015- 2019, κατά μέσον όρο 86.000 Αυστραλοί έβγαιναν θετικοί κάθε χρόνο σε τεστ για γρίπη, ενώ 130 έχαναν τη ζωή τους από αυτήν.Φέτος το χειμώνα η κυβέρνηση της χώρας κατέγραψε μόλις 627 κρούσματα και ένα θάνατο.Η απάντηση σε ένα μεγάλο γρίφοΗ μείωση των κρουσμάτων γρίπης εξηγεί και έναν από τους μεγάλους γρίφους των στοιχείων για την πανδημία: ορισμένες χώρες έχουν βιώσει μικρότερη αύξηση της συνολικής τους θνησιμότητας απ’ ό,τι προκύπτει από τον αριθμό των νεκρών λόγω κοροναϊού.Για παράδειγμα, η Χιλή κατέγραψε 9.800 θανάτους από κοροναϊό μεταξύ του Ιουνίου και της 25ης Αυγούστου, όμως η συνολική αύξηση των νεκρών κινήθηκε περίπου στις 8.800 σε σχέση με την ίδια περίοδο των ετών 2015-2019.Είναι πιθανό η Χιλή να υπο-καταγράφει τους νεκρούς της, όμως δεν αποκλείεται τα αποτελέσματα να προκύπτουν σε κάποιο βαθμό και από το γεγονός ότι η γρίπη φέτος σχεδόν εξαλείφθηκε.Τα κρούσματα γρίπης μπορεί να αυξηθούν στο Νότο, τόσο για τη φετινή χρονιά όσο και για την επόμενη, από τη στιγμή που έχει μειωθεί ο αριθμός των ανθρώπων με ανοσία.Την ίδια στιγμή, οι χώρες του βορείου ημισφαιρίου πρέπει να περιμένουν λιγότερα κρούσματα γρίπης, από τη στιγμή που θα είναι λιγότερα και εκείνα που θα φτάσουν από το εξωτερικό, ενώ παράλληλα οι περισσότεροι πολίτες τηρούν αποστάσεις μεταξύ τους.Η εποχική γρίπη σκοτώνει κατά μέσον όρο 300.000-650.000 άτομα το χρόνο.Σε μια χρονιά γεμάτη κακά νέα, μια νίκη ενάντια στη γρίπη αποτελεί καλοδεχούμενη παρηγοριά.(Πηγή πληροφοριών: www.economist.com) Γράψτε το σχόλιό σας Let's block ads! (Why?)

Luis de Guindos: Interview with La Razón

INTERVIEWInterview with Luis de Guindos, Vice-President of the ECB, conducted by Jesús Rivasés on 14 September 2020 20 September 2020Are we already living in a new economic world?At the moment we are suffering the effects of a pandemic. The world was not ready for the type of lockdown that occurred in the vast majority of economies, and the fallout has been severe: the GDP contraction has been unprecedented and the way we do many things has changed. The hope is that, as the pandemic subsides, we return to some sort of normality. There are structural factors that may change, such as our global value chains. From now on, more importance on proximity, not just profitability and cost efficiency, may be placed. The pandemic will also result in more debt, both public and private. These are issues which, once a solution to the pandemic has been found, will still exist and will affect day-to-day economic decisions.Should the European Union continue to offer stimulus and/or prolong the suspension of the Stability and Growth Pact?When there is such a sharp decline in GDP and private sector income, as there has been during the pandemic, the public sector has to intervene temporarily to halt the slump. This was unavoidable, and both the fiscal and monetary stimulus should continue for as long as we feel the effects of the pandemic.Is the ECB prepared to maintain its low interest rate policy and asset purchase programmes for as long as required?The ECB’s response to the pandemic was, first and foremost, to provide banks with liquidity on very favourable terms to enable them to continue lending to businesses and households. We then expanded our asset purchase programme through the pandemic emergency purchase programme (PEPP) to stabilise financial markets. This avoided fragmentation in the sovereign debt markets. Last of all, some banking supervision rules were adapted to ensure that credit could continue to flow. Nevertheless, the first line of defence is fiscal policy, both national and pan-European, with the latter embodied by the recovery fund approved by the European Council. The response, from both a fiscal and a monetary perspective, has been completely different from the previous crisis. This time around it has been fast and powerful, enabling us to avoid an even bigger contraction in euro area GDP than the one recorded in the first half of the year. It will also help contribute to the economic recovery. Is there any possibility that the PEPP, which for the time being is temporary, will be made permanent?It is a temporary emergency programme which is serving its purpose.But temporary things sometimes have a habit of becoming permanent…For now, the PEPP will run until the middle of next year. It has a total envelope of €1.35 trillion, a substantial amount of which has still not been used. The programme is very flexible; it is serving its purpose and there is still room for manoeuvre. It averted a sharp increase in spreads and enabled financial markets to remain calm. Thanks to that, we have avoided having to deal with a debt crisis on top of the public health and economic crisis, and this has been crucial. Looking ahead, the ECB stands ready to adjust all of its instruments as appropriate. For the moment, we believe that the programme is performing well, also from the point of view of pursuing our primary objective – our inflation aim.To what extent could the ECB expand its balance sheet?I would phrase it differently: the ECB has to act for as long as its price stability objective is not met.Will the ECB keep inflation as its primary objective?It is the EU Treaty that says that the ECB’s primary objective is price stability. What has changed over time is the definition of price stability. To begin with, it was below 2%, and in 2003 it was clarified that would mean “below, but close to, 2%”. Here at the ECB we are now engaged in a strategy review that will evaluate, among other things, whether the current definition of price stability is fit for purpose.Would you advocate for the ECB to follow the example of the Federal Reserve (Fed) and consider employment as well as inflation?The ECB’s mandate is price stability. The Fed has a dual mandate – price stability and employment. That being said, when the ECB calculates its inflation projections, it also takes into account economic variables such as economic growth and employment. But our primary mandate, which we do not set for ourselves but is set out for us in the Treaty, is defined in terms of price stability.Are you worried that the Fed’s new policy will leave the door open to higher inflation, and that that door will be impossible to close?Our inflation projections indicate that the risk is inflation being very low, not very high. After the pandemic, in theory there is the possibility of value chains being less efficient and less global, and that this will cause inflation to increase. But we also take this into account when we make our projections, and even then inflation is projected to reach 1.3% in 2022, which is clearly below the ECB’s definition of price stability.Do you see a euro/dollar currency war on the horizon?There are certainly tensions around trade and low economic growth but, from the point of view of international economic governance, it would be suicidal to enter into any sort of dispute about exchange rates.Should the ECB intervene to prevent the appreciation of the euro?Setting the exchange rate is not an ECB objective. Our objective is price stability. However, when I said earlier that we monitor a very broad range of economic variables, that includes the exchange rate, because it affects medium-term inflation expectations. We keep it in mind, but we do not target the exchange rate because that is not our mandate.But will the ECB monitor developments in the exchange rate, just in case?We will monitor it, we will analyse it, it will be an input for the models we use to calculate our inflation projections, but our ultimate objective in doing so is not to influence the exchange rate. Rather, we do it because of the impact the exchange rate has on inflation.In the case of the euro and the dollar, to use Mario Draghi’s words, will the ECB do whatever it takes?Those words were used in reference to a different issue, not the exchange rate. I’ll say it again: we do not target the exchange rate. It is an important variable, as the appreciation of the euro has an impact on our inflation projections, and these projections influence our monetary policy. Not because of the exchange rate itself, but because of its ramifications for inflation in the medium term.Would some euro area countries have gone bankrupt without the ECB’s intervention?In this crisis, the protective umbrella of all the European institutions, not just the ECB, has been crucial, especially for the most vulnerable countries. Our action has averted a debt crisis and the newly created €750 billion recovery fund has some very innovative elements, such as joint debt issuance and non-repayable grants, and is focused on the most vulnerable, most affected countries. In these countries, which include Spain, the actions of the European institutions – the ECB, the European Council and the European Commission – have undoubtedly limited the impact of a severe crisis and are driving the path to recovery, which we have to make the most of in the future.In other words, the European institutions saved Spain.The European institutions have acted as an extremely important protective umbrella. Without them, the crisis would have been worse because we would have had a debt crisis on top of the public health and economic crisis, but we managed to avoid that. This time, the European institutions have responded – they have been the main source of support to minimise the impact of the crisis.Is Spain now doing its homework?I don’t discuss national political issues. There was a very severe drop in GDP in the first half of the year, of up to 23%. This was all down to the lockdown and Spain’s production structure – the tourism and services sectors are very important. We expect a significant rebound in activity in Europe in the third quarter, just like what happened in May and June. And in Spain the recovery should be stronger, because the fall was also more severe. Ideally, we would avoid an uneven recovery across euro area countries, and this is why the recovery fund is so important, because it focuses on the countries that are considered to be most vulnerable.That’s the ideal scenario, but is a stronger recovery in Spain to be expected?With a drop [in GDP] of almost 23% in the first quarter, a very strong rebound is the most likely scenario in the third quarter, simply as a result of easing the lockdown.How is a Government like Spain’s, with ministers from a far-left party like Unidas Podemos, seen by the ECB?The ECB doesn’t make political comments of that kind. Personally, I usually say that the Spanish economy always surprises on the upside. Spain, like other vulnerable countries, has had lots of support from the EU institutions. Unlike what happened during the previous crisis, in terms of both purchases of Spanish public debt and what the recovery fund is going to provide, Europe is giving Spain its full support. And that’s extremely important. It’s not the only thing though, because the right economic policy must of course then be implemented.Are you confident that the Spanish Government will implement the right economic policy?It’s not about whether I’m confident or not. The only thing I want is for the right policies to be implemented. European institutions have provided vital support to tackle a terrible crisis. That has made it possible for the Spanish economy – both the public sector and the private sector – to continue to obtain funding at very favourable terms and it has prevented a debt crisis coming on top of the public health and economic crisis.How many more bank mergers are needed in Europe?Bank consolidation is one of the tools that can be used to address the low profitability of European banks, which have also been hit particularly hard by the pandemic and the economic crisis. There was already overcapacity, low profitability and inadequate cost structures before the pandemic and, in that environment, consolidation is a tool that can help. However, the ECB does not get involved in designing or determining any kind of specific [consolidation] operation.Days before the merger between Caixabank and Bankia was announced, you said that you thought mergers were urgent and that they could happen quickly. Do you now anticipate cross-border mergers in the relatively near future?The ECB calls in general terms for consolidation to be used as a helpful tool so that banks’ low profitability problems can at least be contained. It’s not about anticipating or not anticipating. The ECB – also in its role as supervisor – has identified that there is a vulnerability, a drop in profitability, and that consolidation can be an appropriate tool to try to change that situation. Low bank profitability is not a trivial matter and it has implications for how strong banks are. Of course, in a single European banking market, cross-border consolidation is one of the tools we call for [banks to use] to achieve the necessary improvement in profitability.Does the ECB see that big cross-border merger on the horizon?It’s not about us seeing it or not. We make recommendations for the banking sector overall, but it must be the banks themselves that make the decisions.Will there be more mergers this year?That’s not up to me. The ECB has repeatedly said that consolidation can play an important role, but it doesn’t dictate which banks should merge, neither domestically nor across borders.Does the ECB plan to launch its own cryptocurrency?We would be talking about a digital euro, if anything. An internal high-level taskforce at the ECB is analysing it, just like at other central banks. It’s an important issue for financial stability and monetary policy. There’s an underlying trend here, because the European economy is going to be increasingly digital, especially after the pandemic. At this stage we cannot say with any certainty whether there will be a digital euro or not, but it’s another element of an overall unstoppable trend. In any case, it would always be necessary to put in place the system that is most beneficial to euro area citizens.Does the ECB have more power than governments?The ECB’s power is a delegated power. Governments signed a treaty and we have to comply with that treaty. We are legally accountable to the European Court of Justice and institutionally accountable to the European Parliament.So aren’t you and Christine Lagarde the two most powerful people in Europe?I don’t think that’s the best way of describing it. What’s important is that we do our job well – and it’s not an easy one – at a very difficult time. And not just President Lagarde and me, but all of the Executive Board and the Governing Council too. We have a mandate and we will be judged based on how we fulfil that mandate, which was set by political authorities.Sorry, but you are independent and you have the power to create and destroy money, which nobody else has.We are independent and we decide which instruments are the most appropriate for us to fulfil our mandate, but that mandate is given to us. We are also accountable to the European Parliament in terms of how we use those instruments.But who else in Europe can create and destroy money like you can?That’s what happens with any central bank. By definition, central banks set monetary policy. That’s their role. And they do it independently because that is what has historically served citizens best. But it’s not a role that goes unchecked, as there is a mandate that we must respect. And that’s why the European Parliament, the European Court of Justice and, on a more operational level, the European Court of Auditors, also exercise their powers of oversight in relation to the ECB.Let's block ads! (Why?)