«Oldboy», ένα ακραίο σαδιστικό έργο τέχνης για λίγους

Κάποιοι λένε πως το μεγάλο σινεμά, αυτές οι κολοσσιαίες κινηματογραφικές αφηγήσεις μεγαλύτερες και από τη ζωή την ίδια, σταμάτησαν στη δεκαετία του 1970, άντε και του 1980.Για όλους αυτούς είναι το κορεάτικο αυτό αριστούργημα του 2003, κατακλυσμιαίο σοκ την πρώτη φορά, καθαρόαιμη απόλαυση κάθε επόμενη. Ένα κινηματογραφικό σφυρί στο κεφάλι, ένα ξυράφι στα μάτια και μια γλώσσα κομμένη σύρριζα, αν θες να το περιγράψεις με μερικές λεξούλες που μοιάζουν να ξεπήδησαν από το σύμπαν του.Το «Oldboy» (2003) είναι από αυτές τις ταινίες που κάμπτουν εύκολα τις όποιες αντιστάσεις σου. Με την ακραία του βία, το εκθαμβωτικό στιλ και την ιδιαιτερότητα της θεματολογίας του, εξουδετερώνει τις ενστάσεις του θεατή, σαν σφυριά στο κρανίο. Ένα έργο τέχνης αναμφίβολα, ένα σαδιστικό έργο τέχνης που έσωσε κινηματογραφικά όλη τη δεκαετία, αν και όπως φάνηκε, δεν είναι μια ταινία για όλους.Γιατί πρόκειται για ένα από αυτά τα φιλμ που σε αφήνουν αποσβολωμένο, στήλη άλατος, ένας εφιάλτης εκδίκησης στον οποίο θα μπεις και δύσκολα θα ξαναβγείς όσα χρόνια κι αν περάσουν. Όπως προσυπέγραψαν και οι κριτικοί του σινεμά, είναι ο απόλυτος ορισμός του ακραίου σινεμά, ενός σινεμά που δεν στοχεύει ωστόσο στην εύκολη πρόκληση, αλλά στη μεθοδική καταβύθιση σε ό,τι σημαίνει εκδίκηση. Και τελικά ό,τι αισθήματα κι αν σου αφήσει, ένα είναι σίγουρο, πως τέτοια ταινία μάλλον δεν έχεις ξαναδεί.Ένας συνηθισμένος άνθρωπος μένει λοιπόν φυλακισμένος επί 15 χρόνια σε ιδιωτική φυλακή αγνοώντας την αιτία. Όταν βγει από τον παράλογο αυτό εφιάλτη, αναζητά σε ημιπαράφρονα κατάσταση τους δεσμώτες του, ο δήμιός του συνεχίζει όμως να ελέγχει τη ζωή του κάνοντάς τον σωστή μαριονέτα σε ένα μακιαβελικό σχέδιο εκδίκησης. Ποιος τον έκλεισε βίαια και δίχως προφανή λόγο μέσα σε ένα δωμάτιο με μόνη συντροφιά την τηλεόραση; Και πώς να ξεπλύνει μιάμιση δεκαετία της ζωής του ξέροντας πως έχει μόνο πέντε ημέρες για να επιδοθεί στον μεγάλο ρεβανσισμό του;Αυτή είναι με δυο λόγια η υπόθεση του «Oldboy», του στιλιζαρισμένου αυτού κομψοτεχνήματος που πατάει τόσο γερά στην αρχαιοελληνική τραγωδία που σε κάνει να αναρωτιέσαι πώς την ξέρουν τόσο καλά στη μακρινή Κορέα! Ατμόσφαιρα που θα έκανε και τον Κάφκα να παραδεχθεί τον εικονοκλάστη Παρκ Τσαν-Γουκ, μαγνητική σκηνοθεσία, υπερβολική βία άμεσα εγγεγραμμένη στην παράδοση των ιαπωνικών μάνγκα, άφθονες δόσεις μαύρου χιούμορ και ένα αιφνιδιαστικά αποκαλυπτικό φινάλε συνθέτουν μια έντονη κινηματογραφική εμπειρία που αν μη τι άλλο, αποσπά τον σεβασμό του θεατή.Πίσω και πέρα από όλα αυτά εδράζεται όμως το πραγματικό ζουμί της ταινίας, το πώς ξεδιπλώνεται μεθοδικά ένα έπος εκδίκησης που όπως φάνηκε περίτρανα, ο κόσμος δεν ήταν προετοιμασμένος γι’ αυτό. Ένας ήρωας που αναζητά το δίκιο του μέσα από ένα μονοπάτι αιματηρής βίας και σε παρασύρει σε ένα εθιστικό αίνιγμα που μοιάζει αναπόδραστο. Δεν παρακολουθείς παθητικά το δράμα του, αλλά γίνεσαι αναγκαστικά συνοδοιπόρος του, ο δικός του άνθρωπος που μαζί ταιριάζετε τα κομμάτια του παζλ και μαζί συγκλονίζεστε από την τελική αποκάλυψη, τη μεγάλη αφηγηματική τρικλοποδιά της ταινίας.Ακόμα και η κατάσπαρτη βία, η σχεδόν σουρεαλιστική αυτή σκληρότητα, δεν παρουσιάζεται αυτάρεσκα, δεν είναι εδώ απλώς για να σοκάρει, παρά μόνο για να προσδιορίσει χαρακτήρες και να επισημάνει γεγονότα. Αλλά και η ίδια η εκδίκηση, δεν είναι η γνωστή μας πορεία ως την εξιλέωση και την κάθαρση. Κάθε άλλο! Εύκολοι δρόμοι και αναμασημένες συνταγές δεν υπάρχουν εδώ, καθώς όλα είναι θαμπά και αρκούντως σκοτεινά. Αυτός είναι ένας καθημερινός άνθρωπος και δεν έχει κανένα ύποπτο παρελθόν που να δικαιολογεί όλα όσα του συμβαίνουν.Αυτή η εκδίκηση μέλλει να είναι εντελώς ιδιάζουσα. Μπορεί να ψάχνει την τιμωρία ο πρωταγωνιστής μας, αυτό που θα βρει ωστόσο είναι η μετάνοια και η ταπείνωση, καθώς για κάθαρση ούτε λόγος. Με την παραδοσιακή τουλάχιστον έννοια, αυτή του Δυτικού. Ακόμα και το μίσος, η οργή, δεν είναι εδώ παρά μια αλυσιδωτή αντίδραση και σίγουρα μία μόνο πτυχή του περίπλοκου δράματος. Ενός δράματος ολόπλευρου και υποβλητικού, κάτι που κανείς δεν θα ήθελε να ζήσει.Μιας και ο εκδικητής είναι εδώ διπλός, θύτης και θύμα υποκινούνται από τα ίδια ακριβώς ρεβανσιστικά κίνητρα, πυροδοτώντας μια σύγκρουση το λιγότερο ανελέητη. Η εκδίκηση μοιάζει νομοτελειακή, δονεί την ανθρώπινη κατάσταση, πριν επιστρέψει στο καβούκι της και εγκλωβίσει τα πάντα εντός της.Όπως ομολόγησαν και οι Κάννες το 2004 που του χάρισαν το Μεγάλο Βραβείο (με τα χεράκια του προέδρου τους Κουέντιν Ταραντίνο), όλοι βίωσαν μια αξέχαστη εμπειρία, μια φέτα ατόφιου κινηματογράφου, εκεί όπου η πρωτοκαθεδρία της εικόνας αφήνει σε δεύτερο πλάνο τα λόγια. Εκεί όπου η αρχέγονη βία της εκδίκησης έγινε γοητευτική κινηματογραφικά. Εκεί όπου κανείς δεν σηκώθηκε από τη θέση του παρά μπόλικα λεπτά μετά το φινάλε, μοιάζοντας ζαλισμένοι από όσα είχαν δει στην οθόνη και χειροκροτώντας λες μηχανικά. Τι είχαν δει; Ένα άψογο συνταίριασμα σκηνοθετικής κομψότητας και αφηγηματικής βαρβαρότητας! Και μια σύγκλιση των αντίρροπων δυνάμεων που συνθέτουν το ανθρώπινο είναι, άλλοτε ταπεινό και απάνθρωπο και άλλοτε μεγαλειώδες και αγγελικό.Το «Oldboy» ήταν το δεύτερο μέρος της τριλογίας της εκδίκησης του Παρκ Τσαν-Γουκ και αναμφίβολα η καλύτερη των τριών, μια εξαίσια ισορροπία μεταξύ φορμαλισμού και περιεχομένου, μια περιήγηση του Σοφοκλή στη σημερινή Σεούλ. Μιας και τελικά όσα μας απασχολούν είναι πανανθρώπινα και διαχρονικά, γι’ αυτό και γύρισε ένας Νοτιοκορεάτης ελληνική τραγωδία περισσότερο από δύο χιλιετίες μετά.Ένα στιλιζαρισμένο υπαρξιακό δράμα που αγγίζει τα όρια του θρίλερ δηλαδή, κάνοντας δράση και φιλοσοφία να συνυπάρχουν αρμονικά μέσα σε ελεγειακά πλάνα και σκηνές ανθολογίας. Μια ολοκληρωτική επίθεση στις αισθήσεις που κάνει επιφάνεια και βάθος να συνυπάρχουν. Αριστούργημα «σαν αυτά που έφτιαχναν παλιά»…Γιατί να το δεις: Για να δεις πώς ακόμα και η υπερβολική βία όταν γίνει σωστά, προκύψει από αφηγηματικό λόγο δηλαδή, σε αφήνει μάλλον ασυγκίνητο οπτικά, καθώς ψάχνεις να ασχοληθείς με τα δικά σου συναισθήματα. Για να δεις μια ασιατική ταινία-δυναμίτη απ’ αυτές που το Χόλιγουντ μόνο να ονειρευτεί μπορεί (δες τι έγινε, ας πούμε, στο ολότελα αποτυχημένο αμερικανικό ριμέικ του «Oldboy» από τον μεγάλο κατά τα άλλα Σπάικ Λι δέκα χρόνια αργότερα, που εξαντλήθηκε σε αυτό που το Χόλιγουντ ξέρει καλά: τη δράση).Να το δεις όμως και για μια από τις εκπληκτικότερες σκηνές μάχης, εκεί που ο πρωταγωνιστής την πέφτει σε μια συμμορία μέσα σε έναν διάδρομο, σε ένα από αυτά τα μονοπλάνα που η χορογραφία και η κίνηση της μηχανής θυμίζουν τους μεγάλους ευρωπαίους σκηνοθέτες του παρελθόντος. Αλλά και για τη σκηνή που θα λυπηθείς το φουκαριάρικο το χταπόδι!«Oldboy»Παραγωγή: ΚορέαΣκηνοθεσία: Παρκ Τσαν-ΓουκΠρωταγωνιστούν: Τσόι Μιν Σικ, Γκανγκ Χίε-Τζουνγκ, Γιου Τζι-Ταέ[embedded content]Let's block ads! (Why?)