Το «Μακεδονικό», πέρα από τη διπλωματία

Οσο προχωρεί η συζήτηση για την επίλυση του προβλήματος του ονόματος των γειτόνων μας, τόσο φαίνεται ότι οι χειρισμοί του θέματος στο εσωτερικό της Ελλάδας απαιτούν ίσως ακόμη πιο λεπτούς χειρισμούς απ’ ό,τι στο πεδίο της διπλωματίας. Με τις κόκκινες γραμμές, τα πάθη και την οξύτητα που χαρακτηρίζει τον πολιτικό μας λόγο, οι οιωνοί δεν είναι καλοί. Η παρέμβαση της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου και η απάντηση πηγής του υπουργείου Εξωτερικών με το ερώτημα εάν «η ηγεσία της Εκκλησίας αποφάσισε να συμπορευθεί με το νεοναζιστικό μόρφωμα της Χρυσής Αυγής» δείχνουν ότι μια ήδη δύσκολη κατάσταση μπορεί να επιδεινωθεί επικινδύνως.Εάν στη χώρα μας ο κάθε θεσμός και οι πολίτες γνώριζαν τις ευθύνες τους αλλά και τα όριά τους, η παρέμβαση της Εκκλησίας δεν θα ήταν τίποτα περισσότερο ή λιγότερο από την έκφραση της δικής της θέσης πάνω σε ένα ζήτημα εθνικού ενδιαφέροντος. Το «Μακεδονικό» αφορά όλους τους Ελληνες και η Εκκλησία δεν αποτελεί εξαίρεση. Η ευθύνη της λύσης, όμως, ανήκει στην κυβέρνηση. Το πρόβλημα είναι ότι η κυβέρνηση και οι πολίτες πιστεύουν ότι –είτε συμφωνούν είτε διαφωνούν με τις θέσεις της– η Εκκλησία ασκεί μεγαλύτερη επιρροή στην πολιτική απ’ ό,τι θα όφειλε. Εξ ου και το ατόπημα του υπουργείου Εξωτερικών: αντί να απαντήσει «σημειώνουμε τη θέση της Εκκλησίας αλλά προχωρούμε», επέλεξε την οργή και την ύβριν. (Η χθεσινή επιστολή του πρωθυπουργού στον Αρχιεπίσκοπο Ιερώνυμο είχε στόχο να εξομαλύνει τις σχέσεις, αλλά η αρχική εντύπωση του σχολίου του υπουργείου παρέμεινε ισχυρή.) Το λάθος του υπουργείου δεν είναι τόσο η έλλειψη ψυχραιμίας όσο η ταύτιση κάθε διαφωνούντος με τη Χρυσή Αυγή, αδιαφορώντας για το ενδεχόμενο αυτό να προσδίδει στο «νεοναζιστικό μόρφωμα» μια βαρύτητα και ένα μέγεθος που ουδόλως του αναλογεί. Στο παρελθόν, ο ΣΥΡΙΖΑ δεν προβληματιζόταν με την παρουσία της Χρυσής Αυγής όποτε αυτή ενίσχυε το αντιμνημονιακό μέτωπο (σε πλατείες, στη Βουλή, στο δημοψήφισμα)· τώρα, επιδιώκει να συκοφαντήσει άλλους ως συνοδοιπόρους της.Μετά τόσα χρόνια μαξιμαλιστικών θέσεων, μετά την εξοικείωση με το αδιέξοδο, είναι δύσκολο να πεισθούν όλοι ότι ο έντιμος συμβιβασμός είναι καλύτερος από το ενδεχόμενο μιας ετεροχρονισμένης ήττας. Μετά τις πραγματικές ήττες των τελευταίων χρόνων, το «Μακεδονικό» προβάλλει σε πολλούς ως μάχη υπέρτατης σημασίας. Ο κίνδυνος απογοήτευσης είναι μεγάλος. Το χρέος υπεύθυνων πολιτικών και άλλων σε θέσεις ευθύνης, όμως, είναι να διαχειρίζονται την πραγματικότητα και όχι φαντασιώσεις· να επιδιώκουν συναίνεση, όχι ακρότητες και διχασμούς· να εμπνέουν αυτοπεποίθηση στους πολίτες και όχι απελπισία. Δεν είναι μόνο τα ονόματα που μας προσδιορίζουν, αλλά και οι συμπεριφορές μας. Οφείλουν να το θυμού-νται πολιτικοί, ιεράρχες και πολίτες.Let's block ads! (Why?)